*In English
Το σίδερο του
Παναγιώτη εκεί κάτω έχει πιάσει πια την ίδια σκουριά που έχουν και τα παλιά κλειδιά του Κάστρου. Κοιτάζω κάτω, στα διακόσια μέτρα γκρεμού, και το γαλάζιο του νερού είναι τόσο πηχτό που νομίζεις ότι αν πέσεις, δεν θα τσακιστείς, αλλά θα βουλιάξεις σαν τούρτα.
«Μην ζυγώνεις πολύ στην άκρη», μου είπε ο μπάρμπα-Σπύρος το πρωί, μα ο Σπύρος έχει πεθάνει από το 1970 και ακόμα επιμένει να μου δίνει συμβουλές για το πού θα βοσκήσω τα γίδια.
Εδώ, στην άκρη της Βολίμας, ο αέρας μυρίζει θυμάρι και βενετσιάνικο κερί.
Φταίνε οι καλογέροι του
Άη Γιώργη των Κρημνών που ανάβουν τα καντήλια τους από το 1561 και ξεχνούν να τα σβήσουν.
Κοιτάζω το ρολόι μου. Δείχνει τρεις και μισή. Αλλά τρεις και μισή ποιου αιώνα;
Ένας τουρίστας με κοντό παντελονάκι και μια κάμερα που μοιάζει με μάτι εντόμου με ρωτάει στα εγγλέζικα πού είναι το ηλιοβασίλεμα.
Του δείχνω τη θάλασσα. Εκείνη την ώρα, μέσα από το λευκό κύμα, δεν βγαίνει το καράβι με τα λαθραία τσιγάρα του '80.
Βγαίνει μια γαλέρα. Μια galera της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, με τα κουπιά της να χτυπούν το νερό με ρυθμό. Ο καπετάνιος, ένας Προβλεπτής με βελούδινο μανδύα που έχει γεμίσει αλάτι, με κοιτάζει από χαμηλά. Μου κάνει νόημα να του πετάξω μια μπουκιά τυρί από τσι Βολίμες.
«Δεν έχω μπουκιά, αφέντη», του φωνάζω, «μόνο λίγη πρέτζα* έχω στο σακούλι σε ένα μικρό πήλινο αγγειό, κι αυτό είναι για το βράδυ».
Ο τουρίστας βγάζει φωτογραφία εμένα να μιλάω στο κενό. Νομίζει πως είμαι γραφικός.
Δεν ξέρει ότι το κενό στη Ζάκυνθο είναι γεμάτο κόσμο που περιμένει να αδειάσει η σειρά του για να υπάρξει.
Ο τουρίστας με το παντελονάκι με κοίταξε περίεργα, σαν να είχε κατέβει μόλις από το ταμπλό κάποιου παλιού ναού.
Άφησε την κάμερα να κρέμεται στον λαιμό του, έβγαλε ένα μαντήλι, σκούπισε τον ιδρώτα του και με πλησίασε. «Pretza?» επανέλαβε, και η προφορά του έκανε τη λέξη να ακούγεται σαν να βγήκε από το στόμα του ίδιου του Προβλεπτή που μόλις είχε χαθεί μέσα στο γαλάζιο.
«Se parla di formaggio? Μιλάτε για τυρί;»
«Για τυρί μιλάω, χριστιανέ μου», του λέω και κάθομαι σταυροπόδι πάνω στην καυτή πέτρα.
«Αλλά όχι όποιο κι όποιο. Αυτό εδώ βγαίνει από το δάκρυ της κατσίκας και την αλμύρα του αέρα της Βολίμας. Αν φας, θα δεις τον κόσμο ανάποδα. Δοκιμάζεις;»
Αυτός δεν φάνηκε να φοβάται. Ήταν Ιταλός, από τη Βενετία, όπως μου είπε μετά. Τον έλεγαν Τζόρτζιο.
Κάθισε δίπλα μου, ακριβώς εκεί που τελειώνει ο βράχος και αρχίζει το χάος.
«Εσείς οι ντόπιοι», μου λέει σε σπασμένα ελληνικά, «έχετε ακόμα τα μάτια των προγόνων μας. Κοιτάζω το Ναυάγιο, αλλά στα μάτια σου βλέπω τα πλοία του Λορεντάν».
«Ο Λορεντάν χρωστάει ακόμα δύο βαρέλια λάδι στον προπάππου μου από το 1720», του απαντώ σοβαρά, κόβοντας ένα κομμάτι ψωμί με τον σουγιά.
«Αλλά άσε τον Λορεντάν τώρα. Πες μου, στη Βενετία έχετε ακόμα εκείνα τα σπίτια που πατάνε στο νερό; Ή βουλιάξατε κι εσείς και γίνατε όλοι τουρίστες;»
Γέλασε. Ένα γέλιο στεγνό, σαν το θυμάρι που πατούσαμε.
«Τα σπίτια είναι εκεί», μου λέει, «αλλά το νερό έχει χάσει τη μνήμη του. Εδώ, στην άκρη του γκρεμού σας, το νερό θυμάται ακόμα». Του έδωσα μια μπουκιά ψωμί με πρέτζα.
Την έβαλε στο στόμα του και έκλεισε τα μάτια. Εκείνη την κλάση του δευτερολέπτου, ένας δυνατός αέρας σήκωσε τη σκόνη ανάμεσα στη θρούμπι. Όταν άνοιξε τα μάτια του, το κοντό του παντελόνι είχε γίνει βελούδινο και το μάτι της κάμεράς του είχε μεταμορφωθεί σε ένα μπρούτζινο τηλεσκόπιο.
Στα μάτια του δεν υπήρχε πια ο φόβος του ξένου, αλλά η σιγουριά εκείνου που επέστρεψε στο σπίτι του μετά από τριακόσια χρόνια. Οι σελίδες ενός παλιού κατάστιχου που κρατούσε ήταν γεμάτες από λατινικά γράμματα και ξερά φύλλα θυμαριού.
«Ο προπάππος μου ο νοτάριος, ο Τζιοβάνι, άφησε ένα κατάστιχο στη Βενετία. Έγραφε για μια κρυφή συμφωνία του 1690. Είχε αγοράσει, λέει, τον αέρα πάνω από το Άσπρο Πλάτωμα της Βολίμας. Μου έλεγαν πως ήταν τρελός. Αλλά τώρα καταλαβαίνω. Αγόρασε τη θέα του μέλλοντος».
«Τον αέρα δεν τον αγοράζει κανείς, Τζόρτζιο», του λέω και σηκώνομαι, τινάζοντας τα ψίχουλα από το παντελόνι μου.
«Ο αέρας εδώ ανήκει σε όποιον αντέχει να τον αναπνεύσει χωρίς να ζαλιστεί».
Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου, και ένας υπόκωφος τριγμός ακούστηκε από τον πυθμένα του γκρεμού.
Κοιτάξαμε κάτω.
Το σκουριασμένο σκαρί του "Παναγιώτη" άρχισε να τρίζει, βγάζοντας έναν ήχο σαν χιλιάδες βιολιά που κουρδίζονται μαζί.
Τα άσπρα βότσαλα γύρω του άνοιξε στα δύο. Το πλοίο, σαν να ξύπνησε από λήθαργο, ξεκόλλησε από την ακτή.
Τα σκουριασμένα του ελάσματα έλαμψαν κάτω από το τελευταίο φως, βγάζοντας ολόλευκα, τεράστια πανιά με τον Λέοντα του Αγίου Μάρκου κεντημένο πάνω τους.
Σάλπαρε βουβά, όχι για την ανοιχτή θάλασσα, αλλά ανηφορίζοντας στον αέρα, πετώντας πάνω από τους γκρεμούς.
«Πάμε να φύγουμε», του λέω, «γιατί αν μας προλάβει το καράβι στον αέρα, θα μας πάρει μαζί του για το κατάστιχο του παππού σου».
Πήραμε το μονοπάτι τρέχοντας καθώς σουρούπωνε. Τα βήματά μας πάνω στην πέτρα ακούγονταν διπλά — τα δικά μου τσαρούχια και οι δικές του βελούδινες εσπαντρίγιες.
Φτάσαμε στις Βολίμες την ώρα που άναβαν τα πρώτα φώτα. Μπροστά μας, το καμπαναρίο της Αγίας Παρασκευής στεκόταν σαν πέτρινος φάρος μέσα στο σκοτάδι.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν μόνες τους, με ένα παράξενο ρέγουλο, έναν ρυθμό που δεν ήταν ούτε ορθόδοξος όρθρος ούτε καθολικός εσπερινός.
Ήταν ο ήχος του νησιού που ισορροπούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ο Τζόρτζιο στάθηκε κάτω από το καμπαναρίο, κοίταξε τον πέτρινο τοίχο και μετά εμένα.
Η πόρτα της Αγίας Παρασκευής ήταν μισάνοιχτη, βγάζοντας μια μυρωδιά από παλιό ξύλο, λιβάνι και μούστο.
Μπήκαμε σχεδόν πέφτοντας μέσα στο σκοτάδι του ναού, καθώς από πάνω μας, στον ουρανό των Βολιμών, η σκιά του ιπτάμενου Παναγιώτη έκρυβε τα αστέρια.
Μέσα στην εκκλησία ησυχία δεν υπήρχε. Οι μορφές των αγίων στους τοίχους, ζωγραφισμένες με εκείνη την παράξενη δυτική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής, είχαν ζωντανέψει από τη ζέστη του καλοκαιριού.
Ένας Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, με μάτια μεγάλα και βαθιά, γύρισε το κεφάλι του προς τον Τζόρτζιο. «Αργήσατε», του ψιθύρισε από τον τοίχο, και η φωνή του ακούστηκε σαν τρίψιμο ξερού φύλλου. «Ο αέρας που αγόρασε ο παππούς σου έχει πιάσει υγρασία. Πρέπει να κλείσει ο λογαριασμός».
Δίπλα από τον Πρόδρομο, η Αγία Βαρβάρα, ζωγραφισμένη με τη βαριά, πορφυρή φορεσιά της, κουνήθηκε μέσα στο κάδρο της. Σήκωσε το βλέμμα της, τίναξε τη σκόνη του ασβέστη από το πέπλο της και κοίταξε υποτιμητικά τον Ιταλό. «Ακούς εκεί, φόρος στον αέρα της Βολίμας!» συνέχισε η Αγία, στρέφοντας το κομψό της χέρι προς τον ιερέα. «Παπά, πες του βενετσιάνου ότι οι Βολιμιάτες δεν πλήρωσαν φόρο στον Δόγη όταν είχαν τα κανόνια τους στην Μπόχαλη, θα πληρώσουν τώρα που ο Παναγιώτης βρήκε τον δρόμο για τα σύννεφα; Εγώ φυλάω τα μπαρούτια και τους κεραυνούς αυτού του τόπου από το '53, και κανένα κατάστιχο δεν θα μου ορίσει πότε θα ανάψει η σπίθα!»
Εκείνη την ώρα, μέσα από το ιερό βγήκε ο παπα-Τάσης. Δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται καθόλου, ούτε από τα βελούδινες ενδυμασίες του Ιταλού, ούτε από τους Αγίους που μιλούσαν. Κρατούσε μια πήλινη κανάτα και δύο ποτήρια.
«Καλώς τον βενετσιάνο τον νοτάριο», είπε ο παπάς με φωνή βροντερή και του άφησε το ποτήρι στο χέρι. «Πιες λίγο ντόπιο αυγουστιάτη με σκυλοπνίκτη κ κατσακούλια να στυλωθείς. Ο Αυγουστιάτης με τον Σκυλοπνίκτη είναι για να θυμάσαι τη γη που πατάς, και ο Κατσακούλιας για να ξεχάσεις τη θάλασσα που σε έφερε. Εδώ μέσα, οι λογαριασμοί του 1690 δεν κλείνουν με χρυσά φλωρίνια. Κλείνουν με μούστο».
Πριν προλάβει ο Ιταλός να πιει, η βαριά ξύλινη πόρτα της εκκλησίας άνοιξε με πάταγο.
Ένας δυνατός αέρας, που μύριζε θυμάρι και χαλασμένο ασβέστη, μπήκε μέσα και έσβησε τα μισά καντήλια.
Στο κατώφλι, η φωνή του μπάρμπα-Σπύρου ακούστηκε πεντακάθαρη να αντηχεί στα στασίδια: «Παπα-Τάση! Βοσκέ! Μαζέψτε τον Ιταλό και βγείτε έξω! Οι γίδες μου ανεβήκανε, οι γίδες μου ανεβήκανε στα κατάρτια του Παναγιώτη! Τρώνε το λινάρι με το λιοντάρι, σας λέω! Αν δεν προλάβουμε να τις κατεβάσουμε, ο "Παναγιώτης" θα χάσει την ισορροπία του και θα μας έρθει καπάκι στο καμπαναρίο!»
«Για να ησυχάσει ο τόπος και να ξαναπέσει το καράβι στην άμμο του», είπε τότε ο Τζόρτζιο με φωνή σταθερή, «πρέπει να ξεγραφτεί το χρέος». Πήρε μια παλιά φτερούγα που βρήκε δίπλα στα κεριά, τη βούτηξε στο μαύρο κρασί του παπά και έγραψε στο κάτω μέρος της σελίδας του κατάστιχου: «Ο αέρας της Βολίμας επιστρέφεται στους βοσκούς του. Χρέος εξεπλάγη».
Μόλις έβαλε την υπογραφή του, ένας δυνατός σεισμικός παλμός —από αυτούς τους δικούς μας, τους ζακυνθινούς, που δεν γκρεμίζουν σπίτια αλλά ισιώνουν το μυαλό— κούνησε την εκκλησία.
Οι Άγιοι στους τοίχους μαρμάρωσαν ξανά, παίρνοντας τις παλιές τους θέσεις. Έξω, ένας μακρινός γδούπος ακούστηκε από την πλευρά του γκρεμού. Ο "Παναγιώτης" είχε μόλις προσγειωθεί πίσω στην άμμο του, έτοιμος για τους αυριανούς τουρίστες.
Ο παπα-Τάσης χαμογέλασε, ήπιε το υπόλοιπο κρασί του και μας κοίταξε. «Άντε τώρα στην ευχή του Θεού. Η νύχτα είναι μεγάλη και η πρέτζα τελειώνει».
Βγήκαμε στα σκαλιά της Αγίας Παρασκευής και το φεγγάρι είχε πια κάτσει πάνω από το ύψωμα των Βολιμών.
Ο Τζόρτζιο κοίταξε τα ρούχα του· το βελούδο είχε γίνει πάλι λινό παντελονάκι και η κάμερά του αναβόσβηνε, ψάχνοντας σήμα. «Λειτουργεί», ψιθύρισε και σήκωσε το κινητό του. «Βγάζουμε μια... πώς το λέτε... selfie; Για να έχω να δείχνω στους κανάλια της Βενετίας ότι ο χρόνος έχει τρύπες».
Σαμπρέλα ο νους μου από το μεθύσι, αλλά σταθήκαμε δίπλα-δίπλα, με φόντο το πέτρινο καμπαναρίο.
Το φλας άστραψε μέσα στο σκοτάδι, αποτυπώνοντας δύο πρόσωπα γεμάτα κρασί, σκόνη και πρέτζα. Δύο πρόσωπα που είχαν μόλις μπαλώσει το παρελθόν.
Μετά το φλας, η ησυχία της νύχτας μας φάνηκε πολύ μεγάλη για να τη γεμίσουμε με σιωπή. Ο Τζόρτζιο άρχισε να σιγομουρμουρίζει μια βενετσιάνικη μελωδία για γόνδολες, κι εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έβαλα τη δική μου φωνή από πάνω, γυρίζοντάς το σε ζακυνθινή καντάδα. Οι φωνές μας μπλέχτηκαν, ανέβηκαν πάνω από τα σπίτια τση Βολίμας, ταξίδεψαν στο Ιόνιο και έφτασαν μέχρι τα κανάλια της πατρίδας του, καθαρές και αλμυρές.
Καθώς το τραγούδι τελείωνε, η πρώτη γραμμή της αυγής άρχισε να ασπρίζει τον ορίζοντα.
Εκείνη την ώρα, μέσα από το στενό καντούνι, φάνηκε η Άννα. Πήγαινε να ανοίξει τα ζώα, με το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι και τα μάτια της ακόμα μισόκλειστα από τον ύπνο. Με είδε έτσι όπως ήμουν —σουρωμένος από το κρασί του παπά και τη ζάλη του χρόνου— να κάθομαι στο σκαλί αγκαλιά με έναν ξένο.
Στάθηκε για μια στιγμή, μας κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που μόνο οι Βολιμιάτισες έχουν, το γεμάτο υπομονή, υπερηφάνεια και στάση ακατέργαστης πέτρας.
«Ακόμα να πλαγιάσεις, ευλογημένε;» μου φώναξε από μακριά, με τη φωνή της να αντηχεί στον πρωινό αέρα. «Και ποιος είναι αυτός ο νοικοκύρης δίπλα σου;»
«Ο Τζόρτζιο είναι, Άννα!» της φωνάζω πίσω, με τη γλώσσα μου να μπερδεύεται. «Ήρθε από τη Βενετία για να μας επιστρέψει τον αέρα!»
Η Άννα κούνησε το κεφάλι της, έφτυσε στον κόρφο της και συνέχισε τον δρόμο της. «Βενετιές και πράσινα άλογα... Άντε μάζεψε τα πράγματά σου τώρα, γιατί τση γίδες δεν τση νοιάζει για Βενετιές και Δόγηδες, θέλουν τάϊσμα».
Ο Τζόρτζιο όμως δεν άκουγε πια εμένα.
Είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της. Καθώς το πρώτο ροδαλό φως της αυγής έπεφτε στο πρόσωπό της, η Άννα δεν έμοιαζε με χωριάτισσα, έμοιαζε με μια από εκείνες τις περήφανες Μαντόνες που είχε δει ζωγραφισμένες στα παλάτια του Μεγάλου Καναλιού, αλλά φτιαγμένη από ζωντανή σάρκα, ήλιο και άγριο θυμάρι.
Ένιωσε την καρδιά του να κάνει ένα παράξενο σπαρτάλο, σαν το ψαρί που βγαίνει από το δίχτυ.
Η πρέτζα και το κρασί του είχαν αλληθωρίσει τα μάτια, και αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν πιο όμορφο από κάθε βενετσιάνικο μνημείο.
«Περίμενε», ψιθύρισε, και η φωνή του δεν ήταν πια τουρίστα, αλλά ανθρώπου που βρήκε την τύχη του.
Άφησε την κάμερα πάνω στο πέτρινο σκαλί της εκκλησίας, σαν να άφηνε εκεί όλη την προηγούμενη ζωή του.
Κοίταξε εμένα με ένα χαμόγελο όλο σιγουριά. «Στη Βενετία δεν έχουμε τέτοιες γυναίκες. Εκεί οι γυναίκες περπατάνε στο μάρμαρο, δεν πατάνε την πέτρα με τόση χάρη».
Πριν προλάβω να του πω «στάσου», έκαμε ένα σάλτο και βρέθηκε στον δρόμο.
Έτρεξε ξωπίσω της, με τα λινά του ρούχα να ανεμίζουν στην πρωινή δροσιά.
Η Άννα σταμάτησε, γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη, καθώς εκείνος έφτασε δίπλα της, της πήρε απαλά το ραβδί από το χέρι και της χαμογέλασε, λέγοντάς της κάτι σιγανά, με μια δική του, γλυκιά ανακατωμένη γλώσσα.
Η Άννα τον μέτρησε από την κορφή ως τα νύχια, είδε το πάθος που έκαιγε στα μάτια του και, για πρώτη φορά, ένα μικρό, κρυφό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
Τον άφησε να πάει κοντά της. Τους κοίταζα από το σκαλί, σουρωμένος και ευτυχισμένος, να ανηφορίζουν μαζί το μονοπάτι προς το βουνό, με τον Τζόρτζιο να μιλάει με τα χέρια και την Άννα να τον οδηγεί, πηγαίνοντας μαζί τση γίδες για το πρώτο άρμεγμα της νέας τους ζωής.
Οι μέρες κύλησαν σαν το νερό που βρίσκει ξανά το αυλάκι του, και ο Βενετσιάνος δεν έλεγε να κουνήσει από το χωριό.
Πήγε και νοίκιασε τη μεγάλη, πετρόχτιστη σουίτα στον Ξενώνα "
Alexandra's Coffee House", εκεί που παλιά η οικογένεια Κόμη είχε το κουρείο και το καφενείο της, σημείο αναφοράς για όλο το χωριό.
Κλειδώθηκε μέσα για τρία μερόνυχτα, στρώθηκε στην τραπεζαρία με τα χαρτιά του και άρχισε να οργανώνει έναν γάμο μεγαλοπρεπή. Ήθελε να φέρει βιολιά, κανταδόρους και να καλέσει όλο το νησί.
Όταν βγήκε γεμάτος έξαψη, τη βρήκε στο διπλανό καντούνι.
Ένα σπίτι γεμάτο ιστορία, που είχε αντέξει στους σεισμούς και κουβαλούσε τις μνήμες του γιατρού
Σπύρου, του ερευνητή
Αλέξανδρου και της προγιαγιάς
Ασημίνας.
Εκεί ακριβώς, δίπλα στο αρχοντικό, βρισκόταν η παλιά στέρνα, που από εκεί προμηθεύονταν νερό.
Η Άννα καθόταν αναπαυτικά πάνω στο σκαλιστό, πέτρινο φιλιατρό της στέρνας, που είχε πάνω του χαραγμένο το έτος 1921. Κρατούσε στα χέρια της ένα κομμάτι λινό και κοιτούσε το νερό βαθιά, εκεί που καθρέφτιζε τα πουρνάρια του βουνού.
Ο Τζόρτζιο πλησίασε με βιασύνη, με το μυαλό του γεμάτο από τις κουζουλάδες της παντρειάς, και της αράδιασε με έξαψη το σχέδιό του για τη μεγάλη μέρα.
Η Άννα δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Έσφιξε το μαντήλι της, τον κοίταξε ίσια στα μάτια και, χτυπώντας ελαφρά το χέρι της πάνω στο παλιό φιλιατρό, του έκοψε τη φούρια:
«Εβουρλίστηκες αμέσως παντρειά, ορπίδα μου;» του φώναξε, και η φωνή της αντήχησε στους πετρόχτιστους τοίχους.
«
Περίμενε να δούμε αν ταιριάζουνε τα χνώτα μας, να δούμε αν γουστάρεις και μπορείς να περπατάς τσου βράχους, και μετά βλέπουμε! Και τι μου τσαμπουνάς για γάμους και σουίτες; Στην παλιά Βολίμα οι γάμοι γίνονται στα σπίτια, με τα δικά μας όργανα!»Έδειξε με το ραβδί της το διπλανό μεγάλο
πέτρινο κτίριο των γιατρών, που οι εργάτες είχαν αφήσει ατελείωτο.
«
Εκεί θα παντρευτούμε», είπε με ένα κρυφό, νόστιμο χαμόγελο, «
εκεί, στο Αρχοντικό των Γιατρών, όταν ο γιατρέλος τελειώσει ολόκληρη την ανακαίνιση και ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες της μνήμης. Μέχρι τότε, κόρδο μου, σήκω να πάμε να ταΐσουμε τση γίδες».
Ο
Τζόρτζιο μάζεψε τα χαρτιά του, μα το χαμόγελό του ήταν γεμάτο σιγουριά. Κατάλαβε πως η Μαντόνα του βράχου είχε βρει τον πιο σωστό τρόπο να τον δέσει για πάντα στις Βολίμες.
Γιατί το Αρχοντικό των Γιατρών ανακαινιζόταν σιγά-σιγά, πέτρα την πέτρα, κι αυτό σήμαινε πως είχε μια ολόκληρη ζωή μπροστά του για να μάθει να αναπνέει τον αέρα του Άσπρου Πλατώματος χωρίς να ζαλίζεται.,,
*In English
The Soup of Time at Spyrilis' White Cliff
The iron of "
Panagiotis" down there has by now caught the same rust found on the old keys of the Castle. I look down, into the two hundred meters of the cliff, and the blue of the water is so thick you think that if you fall, you won't shatter, but you will sink like a cake.
"Don't go too close to the edge," old Spyros told me this morning, yet Spyros has been dead since 1970 and still insists on giving me advice on where to herd the goats.
Here, at the edge of Volima, the air smells of thyme and Venetian candle.
It is the fault of the monks of
Agios Georgios ton Krimnon, who have been lighting their oil lamps since 1561 and forget to put them out.
I look at my watch. It shows half past three. But half past three of which century?
A tourist in short trousers and a camera that looks like an insect’s eye asks me in English where the sunset is.
I point to the sea. At that hour, out of the white wave, it is not the ship with the smuggled cigarettes of the '80s that emerges.
A galley emerges. A galera of the Most Serene Republic, its oars striking the water in rhythm. The captain, a Provveditore in a velvet cloak covered in salt, looks up at me from below. He motions for me to throw him a bite of cheese from Volimes.
"I don't have a bite, master," I shout to him, "I only have a little pretza* in my pouch inside a small clay vessel, and that is for tonight."
The tourist takes a picture of me talking to the void. He thinks I am picturesque.
He doesn't know that the void in Zakynthos is full of people waiting for their turn to clear so they can exist.
The tourist in the short trousers looked at me strangely, as if he had just stepped down from the panel of some old church.
He let the camera hang around his neck, pulled out a handkerchief, wiped his sweat, and approached me. "Pretza?" he repeated, and his accent made the word sound as if it came from the mouth of the same Provveditore who had just vanished into the blue.
"Si parla di formaggio? Are you talking about cheese?"
"I am talking about cheese, my fellow Christian," I tell him and sit cross-legged on the scorching stone.
"But not just any cheese. This one here comes from the tear of the goat and the saltiness of the Volima air. If you eat it, you will see the world upside down. Will you try?"
He didn't seem afraid. He was Italian, from Venice, as he told me later. His name was Giorgio.
He sat beside me, right where the rock ends and the chaos begins.
"You locals," he tells me in broken Greek, "you still have the eyes of our ancestors. I look at the Shipwreck, but in your eyes, I see Loredan's ships."
"Loredan still owes two barrels of oil to my great-grandfather from 1720," I reply seriously, cutting a piece of bread with my pocketknife.
"But leave Loredan be for now. Tell me, in Venice, do you still have those houses that step on water? Or did you sink too and all become tourists?"
He laughed. A dry laugh, like the thyme we were stepping on.
"The houses are there," he tells me, "but the water has lost its memory. Here, on the edge of your cliff, the water still remembers." I gave him a bite of bread with pretza.
He put it in his mouth and closed his eyes. In that fraction of a second, a strong wind kicked up the dust amidst the savory herbs. When he opened his eyes, his short trousers had turned to velvet, and the lens of his camera had transformed into a brass telescope.
In his eyes, there was no longer the fear of the stranger, but the certainty of one who returned to his home after three hundred years. The pages of an old ledger he was holding were filled with Latin letters and dried thyme leaves.
"My great-grandfather the notary, Giovanni, left a ledger in Venice. He wrote about a secret agreement from 1690. He had bought, it said, the air above the White Plateau of Volima. They told me he was crazy. But now I understand. He bought the view of the future."
"No one buys the air, Giorgio," I tell him and stand up, shaking the crumbs off my trousers.
"The air here belongs to whoever can bear to breathe it without getting dizzy."
Before I could even finish my sentence, a low rumble was heard from the bottom of the cliff.
We looked down.
The rusted hull of "Panagiotis" began to creak, making a sound like thousands of violins tuning together.
The white pebbles around it split in two. The ship, as if waking from a lethargy, detached from the shore.
Its rusted plates gleamed under the last light, bringing forth stark white, massive sails with the Lion of Saint Mark embroidered upon them.
It sailed silently, not towards the open sea, but ascending into the air, flying over the cliffs.
"Let's get out of here," I tell him, "because if the ship catches us in the air, it will take us with it for your grandfather's ledger."
We took the path running as dusk fell. Our steps on the stone sounded double — my own tsarouchia and his own velvet espadrilles.
We reached Volimes just as the first lights were turning on. Before us, the bell tower of Agia Paraskevi stood like a stone lighthouse in the darkness.
The bells began to toll by themselves, with a strange measure, a rhythm that was neither an Orthodox matins nor a Catholic vespers.
It was the sound of the island balancing between two worlds. Giorgio stood beneath the bell tower, looked at the stone wall, and then at me.
The door of Agia Paraskevi was half-open, letting out a smell of old wood, incense, and must.
We entered, almost falling into the darkness of the church, while above us, in the sky of Volimes, the shadow of the flying "Panagiotis" hid the stars.
Inside the church, there was no peace. The figures of the saints on the walls, painted in that strange western style of the Heptanese School, had come alive from the heat of the summer.
A Saint John the Baptist, with large, deep eyes, turned his head toward Giorgio. "You are late," he whispered from the wall, and his voice sounded like the scraping of a dry leaf. "The air your grandfather bought has caught dampness. The account must be closed."
Next to the Baptist, Saint Barbara, painted in her heavy, crimson vestments, moved inside her frame. She raised her gaze, shook the lime dust from her veil, and looked disdainfully at the Italian. "Listen to that, a tax on the air of Volima!" the Saint continued, turning her elegant hand toward the priest. "Priest, tell the Venetian that the people of Volima did not pay tax to the Doge when they had their cannons in Bochali, will they pay now that Panagiotis found its way to the clouds? I have been guarding the gunpowder and the lightning bolts of this place since '53, and no ledger will dictate to me when the spark will ignite!"
At that moment, Father Tasis came out of the sanctuary. He didn't seem surprised at all, neither by the velvet garments of the Italian, nor by the Saints who were speaking. He held a clay jug and two glasses.
"Welcome to the Venetian notary," the priest said in a booming voice and left the glass in his hand. "Drink a little local Augustiatis mixed with Skyloppniktis and Katsakoulia to brace yourself. Augustiatis with Skyloppniktis is so you remember the earth you step on, and Katsakoulia is so you forget the sea that brought you. In here, the accounts of 1690 do not close with golden florins. They close with must."
Before the Italian could drink, the heavy wooden door of the church flew open with a bang.
A strong wind, smelling of thyme and spoiled lime, rushed in and blew out half the oil lamps.
On the threshold, the voice of old Spyros was heard clear as day echoing in the pews: "Father Tasis! Herdsman! Gather the Italian and get outside! My goats have gone up, my goats have climbed onto the masts of Panagiotis! They are eating the linen with the lion, I tell you! If we don't catch them to bring them down, 'Panagiotis' will lose its balance and come down right on top of our bell tower!"
"For the place to quiet down and for the ship to drop back onto its sand," Giorgio then said in a steady voice, "the debt must be unwritten." He took an old quill he found next to the candles, dipped it in the priest's black wine, and wrote at the bottom of the ledger page: "The air of Volima is returned to its herdsmen. Debt fulfilled."
The moment he put his signature, a strong seismic tremor — one of our own, those Zakynthian ones that don't tear down houses but straighten the mind — shook the church.
The Saints on the walls turned back to marble, taking up their old positions. Outside, a distant thud was heard from the direction of the cliff. "Panagiotis" had just landed back onto its sand, ready for tomorrow's tourists.
Father Tasis smiled, drank the rest of his wine, and looked at us. "Go now with God's blessing. The night is long and the pretza is running out."
We came out onto the steps of Agia Paraskevi and the moon had by now settled over the hill of Volimes.
Giorgio looked at his clothes; the velvet had become linen short trousers again and his camera was blinking, searching for a signal. "It's working," he whispered and held up his mobile phone. "Shall we take a... what do you call it... selfie? So I have something to show in the canals of Venice that time has holes."
My mind was a punctured inner tube from the drinking, but we stood side by side, against the backdrop of the stone bell tower.
The flash went off in the dark, capturing two faces full of wine, dust, and pretza. Two faces that had just patched up the past.
After the flash, the silence of the night seemed too vast for us to fill with stillness. Giorgio began to hum a Venetian melody about gondolas, and I, without realizing it, threw my own voice over it, turning it into a Zakynthian cantada. Our voices intertwined, rose above the houses of Volimes, traveled across the Ionian Sea, and reached all the way to the canals of his homeland, clear and salty.
As the song was ending, the first line of dawn began to whiten the horizon.
At that hour, through the narrow alley, Anna appeared. She was going to let the animals out, with her scarf tied around her head and her eyes still half-closed from sleep. She saw me just as I was — wasted from the priest's wine and the dizziness of time — sitting on the step embracing a stranger.
She stopped for a moment, looked at us with that gaze that only the women of Volimes have, the one full of patience and stone.
"Aren't you going to bed yet, you blessed soul?" she shouted to me from afar, her voice echoing in the morning air. "And who is this gentleman next to you?"
"It's Giorgio, Anna!" I shout back to her, my tongue tripping. "He came from Venice to return our air!"
Anna shook her head, spat into her bosom, and continued on her way. "Venices and green horses... Go gather your things now, because the goats don't care about Doges, they want feeding."
Giorgio, however, was no longer listening to me. He had fixed his eyes upon her. As the first rosy light of dawn fell upon her face, Anna did not look like a village woman; she looked like one of those proud Madonnas he had seen painted in the palaces of the Grand Canal, but made of living flesh, sun, and wild thyme.
He felt his heart do a strange flip, like a fish coming out of the net.
The pretza and the wine had cleared his eyes, and what he saw before him was more beautiful than any Venetian monument.
"Wait," he whispered, and his voice was no longer that of a tourist, but of a man who found his fortune.
He left the camera on the stone step of the church, as if leaving his whole previous life there.
He looked at me with a smile full of certainty. "In Venice we don't have such women. There, women walk on marble, they don't tread the stone with such grace."
Before I could tell him "hold on", he made a leap and found himself on the road.
He ran right behind her, his linen clothes fluttering in the morning breeze.
Anna stopped, turned, and looked at him surprised, as he reached her side, gently took the staff from her hand, and smiled at her, saying something softly in his own sweet, jumbled language.
Anna measured him from head to toe, saw the passion burning in his eyes, and, for the first time, a small, hidden smile appeared on her lips.
She let him walk beside her. I watched them from the step, drunk and happy, ascending the path to the mountain together, with Giorgio talking with his hands and Anna leading him, going together to take the goats for the first milking of their new life.
The days flowed like water finding its ditch again, and the Venetian showed no sign of leaving the village.
He went and rented the large, stone-built suite at the "Alexandra's Coffee House" guesthouse, where the Komis family used to have their barber shop and café, a point of reference for the whole village.
He locked himself inside for three days and nights, set himself down at the dining table with his papers, and began organizing a grand wedding. He wanted to bring violins, cantada singers, and invite the whole island.
When he came out full of excitement, he found her in the next alley.
Right next to the guesthouse stood proud the old Mansion of the Komis Doctors, built in 1870.
A house full of history, which had withstood the earthquakes and carried the memories of Doctor Spyros, the researcher Alexandros, and the great-grandmother Asimina.
Right there, next to the mansion, was the old cistern, where they used to get their water from.
Anna was sitting comfortably on the carved, stone wellhead of the cistern, which had the year 1921 engraved upon it. She held a piece of linen in her hands and looked deep into the water, right where it reflected the holm oaks of the mountain.
Giorgio approached in a hurry, his mind full of the madness of marriage, and rattled off his plan for the big day with excitement.
Anna did not budge from her spot. She tightened her scarf, looked him straight in the eyes, and, tapping her hand lightly upon the old wellhead, cut his rush short:
"Did you lose your mind for marriage right away, my hope?" she shouted to him, and her voice echoed off the stone-built walls.
"Wait to see if our characters match, to see if you like and can walk the rocks, and then we'll see! And what are you blathering on about weddings and suites? In old Volima, weddings happen in houses, with our own instruments!"
She pointed with her staff to the large neighboring stone building of the doctors, which the workers had left unfinished.
"That's where we will get married," she said with a hidden, charming smile, "there, at the Doctors' Mansion, when the doctor finishes the whole renovation and the doors of memory open wide. Until then, my proud one, get up so we can go feed the goats."
Giorgio gathered his papers, but his smile was full of confidence. He understood that the Madonna of the rock had found the most correct way to bind him to Volimes forever.
Because the Doctors' Mansion was being renovated slowly, stone by stone, and that meant he had a whole lifetime ahead of him to learn to breathe the air of the White Plateau without getting dizzy.
*Η πρέτζα είναι μια παραδοσιακή ελληνική πικάντικη κρέμα τυριού από μυζήθρα με κομμάτια λαδοτυριού (πριν μπει στο λάδι) δημοφιλής, μοναδική στις Βολίμες Ζακύνθου. Pretza is a traditional Greek spicy cream cheese made from mizithra cheese with pieces of cheese oil (before being put in the oil), popular and unique in Volimes, Zakynthos.