*Ιστορίες φαντασίας στη Βολίμα
Το απόγευμα είχε πέσει βαρύ πάνω από τα καντούνια τση Βολίμας.
Στο παραδοσιακό καφενείο τση «Σούνας» στις Βολίμες, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
Η κυρία Διονυσία –η ξακουστή «Σούνα»– καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού με τα χαρτιά του κονκαν ανά χείρας. Εκ δεξιών της ο παπαΤάσης ανακάτευε τα φύλλα με μάτι πονηρό. Πιο δίπλα εκ δεξιών του παπά καθόταν ο Κώστας ο Τσιχλής, και ανάμεσα στη Σούνα και τον Τσιχλή, ο Τάσης ο Κούτσης, που παρακολουθούσε το παιχνίδι με το σαγόνι πεσμένο.
Η πόρτα άνοιξε και ο Τζόρτζιο μπήκε μέσα ιδρωμένος, φορώντας ένα κοντό παντελονάκι, μιλώντας σπαστά ελληνικά μπερδεμένα με βενετσιάνικα:
«Signora... scusa, signora Souna! Per favore, un espresso... γυρεύω un caffè, molto τρυφερό, να στυλωθώ από το sentiero!»
Η Σούνα, χωρίς να βγάλει τα μάτια της από τα χαρτιά, γύρισε με μισό μάτι προς τον παπαΤάση:
«Ωρέ παπά, τι λέει τούτο το τζόβενο που ήρθε τώρα; Τι διάολο γυρεύει; Κι είμαι έτοιμη να κλείσω.. να σάς πάρω τα σώβρακα!»
Ο παπαΤάσης δεν έβγαλε μιλιά. Αντί να απαντήσει, έριξε επίτηδες στο τραπέζι ένα φύλλο-λουκούμι, ακριβώς μπροστά στον Τσιχλή για να του δώσει την ευκαιρία να κλείσει ευτός την παρτίδα.
Ο Τσιχλής άρπαξε το χαρτί, το βρόντηξε στο τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος:
«Έκλεισα ! Να, ωρή, άμε στο διάολο μαλάκω, έτσι παίζουνε..!
Που μου στρώθηκες εδεπά να μάς πάρεις τα βρακιά! Πήγαινε τώρα να φτιάξεις το καφέ που σου λέει το τζόβενο!» και φέρε τη Βανίλιαα..
Το καφενείο σείστηκε από τις φωνές. Η Σούνα πέταξε την τράπουλα στον αέρα και όρμησε στον Τσιχλή:
«Αμέ στο διάολο, Τσιχλή! Που ο παπάς... που να 'μπει μέσα του, κείνος που είναι στο λαγκάδι... ο μαλάκας! ..Σου 'δωσε φύλλο και έκλεισες και τώρα κοκορεύεσαι;»
Στράφηκε σαν μαινάδα προς τον παπαΤάση, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι:
«Παπά! Βγάλε το σταυρό που φορείς να μπορω να σε στείλω εκεί που πρέπει! Παλιόπραμα, μού έβγαλες το απόγευμα μου ξινό!»
Ο παπαΤάσης, μαζεύοντας τα γένια του, προσπάθησε να δικαιολογηθεί με φωνή μελιστάλακτη:
«Κυρία Διονυσία μου, σκουζάτο... δεν τον φορώ τον σταυρό! Τον αστόχησα στο σπίτι όταν άλλαξα που ήρθα απ' την εκκλησία...»
Αυτό ήταν. Η Διονυσία άνοιξε το στόμα της και άρχισε να τον λούζει με τα πιο εκλεκτά, βολιμιάτικα επίθετα:
«Όρσε παπά, ξεθέωμα, που νάμπει ο διάολος μέσα σου και να έχει απόξω τοίχο, όσα μέτρα είναι ο γκρεμός του Σπυριλή να μην μπορεί να βγει όξω!»
«Όρσε μαλάκα, που έδωσες φύλλο στο Τσιχλή να μάς ξεβρακώσει!»
«Όρσε με στα γένια σου, να τυλιχτούν ούλοι οι διαόλοι τση Βολίμας και να μην μπορείς να τσου ξεμπερδέψεις!»
Ο παπαΤάσης, σταυροκοπιώντας, βλέποντας τον Ιταλό να τρέμει στη γωνία, θυμήθηκε τον αδελφό του που σπούδαζε γιατρός στην Ιταλία και είχε αρπάξει μερικές λέξεις από τα ιταλικά του.
Γυρίζει λοιπόν στον Τζόρτζιο και του λέει με μια αλλοπρόσαλλη διάλεκτο:
«Καλέ μου signore, non ti preoccupαρεσαι! Questo καφενείο είναι λίγο... pericoloso σήμερα. Il ragazzo ιατρός φουτούρο, ο αδερφός μου στην Padova, μου γράφει για medicina, αλλά εμείς εδώ faccioμo κονκάν! Κατάλαβες;»
Η Σούνα, που είχε πάρει σβάρνα τους πάντες, είδε τον Τάση τον Κούτση να γνέφει στον παπά.
Γυρίζει και τον αρπάζει κι αυτόν από τα μούτρα:
«Κι εσύ ωρε Κούτση; Μαζί με τον παπά; Όρσε μέσ' στα μούτρα σου και σε σένα, που πήρες το μέρος του!
Ένα τομάρι είστε ούλοι σας!»
Ο Τσιχλής, με το ύφος του νικητή, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι:
«Άσε τσου διαόλους τώρα ωρή και Φέρε μου το υποβρύχιο να γλυκαθώ, που σε ξεβράκωσα!»
Ο Κούτσης, μην αντέχοντας την αδικία, έσπρωξε την καρέκλα του πίσω:
«Εγώ σηκώνομαι να φύγω, δεν κάθομαι άλλο εδεπά να με βρίζει η Διονυσία!»
«Πού θα πας, ρε Κούτση; Κάτσε κάτω!» τον σταματάει ο παπαΤάσης. «Κάτσε εδεπά για να συνεχιστεί το παιχνίδι, θα ηρεμήσουνε τα πράματα, θα δεις,, δεν λέει να μείνουμε τρεις.. και ποιος θα μοιράσει μετά;»
Mέσα στη βαβούρα, η Σούνα πήγε στον πάγκο, έβαλε μια κουταλιά Βανίλια μέσα σε ένα ψηλό ποτήρι νερό από τα αποπλυσίδια των άλλων ποτηριών και το έσπρωξε μπροστά στον Τσιχλή.
Ο Τσιχλής έπιασε το ποτήρι σφιχτά και με τις δύο παλάμες, έτοιμος να απολαύσει τη νίκη του.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή που ο Τσιχλής είχε χουφτώσει το ποτήρι με την βανίλια, σε κλάση του δευτερολέπτου, ο Κούτσης, που ήταν ακόμα μισοσηκωμένος, κάνει μια αστραπιαία κίνηση. Απλώνει το χέρι, αρπάζει το κουτάλι με τη βανίλια μέσα από το ποτήρι του Τσιχλή και το βάζει στο στόμα του ολόκληρο!
Ο Τσιχλής έμεινε σύξυλος. Κοιτούσε τα χέρια του που βαστούσαν ένα ποτήρι με σκέτο, θολό νερό, χωρίς ίχνος βανίλιας μέσα.
«Ρεεε!» ούρλιαξε ο Τσιχλής.
«ουρέ ξεθέωμα, που να μπει ο διάολος μέσα σου Κούτση, ούληνε την κατάπιες που να Σου κάτσει η βανίλια στον καρίτσαφλά σου παλιόπραμα, βρομόσκυλο.. Που να σε πάρουνε ούλοι οι διαόλοι του ατσίγκανου και να σε στείλουνε πάλι στα καράβια να μήν Σε γλέπω!»
Ο παπαΤάσης μπήκε στη μέση απλώνοντας τα χέρια του, φωνάζοντας ξανά στον Τζόρτζιο:
«Giorgio! Guarda εδώ! Questa είναι μια grande... appendicite τση τρέλας! Il κουτάλι sparίστηκε αστραπιαία! Infarto θα πάθουμε ούλοι! Signora Souna, φέρε ένα άλλο υποβρύχιο per il Tsichlis, γιατί θα έχουμε... omicidio στο καφενείο!»
Ο Τζόρτζιο, με τα μάτια του να πηγαινοέρχονται, είχε αρχίσει στα κρυφά να καταγράφει όλη τούτη την τρέλα στο κινητό του τηλέφωνο, ψιθυρίζοντας εντυπωσιασμένος:
«Mamma mia... Αυτό δεν είναι κλέψιμο, signori. Αυτό είναι... magia!
Στη Βενετία οι κλέφτες παίρνουν τα πουγγιά στο σκοτάδι, αλλά αυτός ο signore Κούτσης το πήρε μέσα από το φως, μπροστά στα μάτια του κόσμου! Che velocità!»
Η Σούνα έσκασε στα γέλια. «Καλά σου 'κανε, λιγούρη Τσιχλή! Πιες τώρα το νερό τση πλύσης των ποτηριώνε, να στανιάρεις! Και δώσε το κουτάλι πίσω, ρε Κούτση, μην χάσουμε και το κουτάλι..»
Ο Κούτσης πέταξε το κουτάλι στο τραπέζι αφού κατάπιε τη βανίλια, μακρυά απ΄τον Τσιχλή :
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι, Τσιχλή. Όποιος προλάβει, πρόλαβε, τον Κύριο είδε!
Παπά, έτσι δεν είναι..? μοίραζε τα χαρτιά ξανά, τώρα που γλυκάθηκα!»
Ο παπα-Τάσης ξαναμοίραζε τα χαρτιά, προσπαθώντας να ρίξει μια ματιά στην οθόνη του Ιταλού.
Ο Τσιχλής, ακόμα μανιασμένος για τη χαμένη βανίλια, αποφάσισε να πάρει το αίμα του πίσω. Καθώς ο παπάς γύρισε το κεφάλι του για να κάνει μια γκριμάτσα στην κάμερα του Τζόρτζιο, ο Τσιχλής άπλωσε το δάχτυλό του κάτω από το ράσο του παπά, εκεί που είχε ακουμπήσει την «κάβα» της τράπουλας, και βούτηξε έναν Ρήγα σπαθί.
Η Σούνα όμως το είδε:
«Βρε Τσιχλή! Παλιόπραμα!» τσίριξε, κοπανώντας μια καρέκλα στο πάτωμα.
«Κλέβεις τον εκπρόσωπο του Υψίστου, μωρέ αφορεσμένε; Παπά, κοίτα τον, Σου άρπαξε τον Ρήγα για να ρεφάρει τη βανίλια!»
Ο παπα-Τάσης πετάχτηκε όρθιος:
«Santο Μπαρούτο!» φώναξε στα "ιταλικά" του. «*Τσιχλή, τέκνον μου είναι grande αμαρτία, κλεψιμέτο εξόφθαλμο! Δώσε πίσω τον Ρήγα γιατί θα σε στείλω στον γκρεμό του Σπυριλή χωρίς σχοινί!**»
Την ίδια ώρα, ο Τάσης ο Κούτσης είδε το κινητό του Τζόρτζιο να γυαλίζει και πλησίασε από πίσω για να του το βουτήξει.
Ο Τζόρτζιο όμως γύρισε αστραπιαία, αγκάλιασε το κινητό με τα δυο του χέρια και του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο:
«No, signore Koutsis! Questo no! no το κινητό! Questo έχει μέσα τη μνήμη τση Βενετίας! Αν το πάρεις, θα μείνει σύξυλος ούλος ο ιταλικός λαός!»
Βλέποντας το διεθνές επεισόδιο, ο Τζόρτζιο πήρε βαθιά ανάσα και φώναξε στη Σούνα στα ιταλο-βολιμιάτικα του παπά:
«Σινιόρα Σούνα! Per favore, facciμo ένα espresso molto... βαρύ γλυκό! Με φούρια, signora, γιατί ο νους μου έγινε σαμπρέλα από το κονκάν!»
Η Σούνα έβαλε τα χέρια στους γοφούς:
«Όρσε και Συ τζόβενο! Μου 'μαθε και βαρύ γλυκό ο βενετσιάνος! Ρε, τι espresso μου τσαμπουνάς εδεπά; Στη Βολίμα ο καφές ψήνεται στη χόβολη..! Κι αν ξαναπείς τη σαμπρέλα "espresso", θα σε βάλω να καθαρίσεις τση γίδες τση Άννας που έχουν ανέβει στο απόγκρεμο!»
Παρά τις φωνές της όμως, έπιασε το μπρίκι και άρχισε να του φτιάχνει έναν τούρκικο καφέ, διπλό, που θα τον έκανε να ξεχάσει τον εσπρέσσο και την Βενετιά που τον γέννησε.
Ο παπα-Τάσης όμως, βλέποντας ότι αυτή η «μαγική συσκευή» είχε καταγράψει την απάτη με τον Ρήγα, φοβήθηκε μην εκτεθεί στον πρωτοσύγκελο και στον Δεσπότη.
Σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε τα χέρια του και άρχισε να φωνάζει για να αποσπάσει την προσοχή του Τζόρτζιο:
«Giorgio! Καλέ μου signore! Guarda εδώ, facciμo μια grande προσευχή per την appendicite του Τσιχλή! Sanctus, sanctus, tutti quanti! ελέησον Κύριε τον δούλο σου..»
Καθώς ο Ιταλός κοίταζε πάνω, ο παπάς έκανε μια απότομη στροφή και πέταξε την άκρη από το φαρδύ, μαύρο ράσο του πάνω από το χέρι του Τζόρτζιο, εγκλωβίζοντας το κινητό σαν μαρίδα σε δίχτυ!
«Mamma mia! Aiuto!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο.
«Ο παπάς μου κάνει... sequestro! Πάει να μου κλέψει το τηλέφωνο μέσα από τα ράσα!»
Πριν προλάβει ο παπα-Τάσης να τραβήξει το κινητό, η πόρτα του καφενείου άνοιξε με σκόρσο.
Στο κατώφλι στάθηκε η Άννα, με το μαντήλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι, και στα χέρια της κρατούσε αγκαλιά μια κατσικούλα που βέλαζε σαν δαιμονισμένη!
«Ακόμα εδεπά είσαι, ορπίδα μου;» άστραψε η φωνή της Άννας απευθυνόμενη στον νέο ερωτά τσης...
«Και συ, ωρέ διαολόπαπα και λοιποί χαραμοφάηδες, τι τον έχετε κάμει τον άνθρωπο; Τον ντύσατε παπαδιά;»
Το κατσίκι βρήκε ευκαιρία και ξέφυγε από τα χέρια τση Άννας, έκανε ένα σάλτο και προσγειώθηκε ίσια πάνω στο τραπέζι του κονκάν, σκορπίζοντας τα χαρτιά, τα ποτήρια και τον Ρήγα του Τσιχλή!
Η Σούνα όρμησε με την κουτάλα: «βγάλε ωρή όξω τη γίδα από το καφενείο, Μού καμες το μαγαζί μαντρί του Αρκαρή..»
«Σώπα, ρε θειά!» απάντησε η Άννα
. «Κοιτάξτε τον Ιταλό, που αντί να 'ρθει στο απόγκρεμο για το άρμεγμα, κάθεται εδεπά και σάς τραβάει βίντεο!»
Η Άννα άπλωσε την τραχιά της παλάμη και άρπαξε αστραπιαία τον Τζόρτζιο από το δεξί αυτί!
«Ahi! Madonna mia! Άννα, per favore, lasciami!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο.
«Σήκω επάνω, βενετσιάνο της πράσινης τσόχας και του εσπρεσσο!» του βρόντηξε η Άννα, σέρνοντάς τον έξω:
«Οι γίδες στο απόγκρεμο βελάζουνε κι εσύ κάθεσαι και μου τραβάς βίντεο τσου μουρλούς! Άμε, ορπίδα.. μου!»
Φτάνοντας στο απόγκρεμο, ο αέρας μύριζε άγριο θυμάρι.
Η Άννα κάθισε στη πέτρα, έδεσε τη γίδα από ένα πάσαλο και άρχισε να του δείχνει πως αρμέγουνε,, του έδειξε μετά τον αλουμινένιο σύγκλο να συνεχίσει, να αρμέξει.
Ο Τζόρτζιο, με το αυτί κατακόκκινο, γονάτισε γεμάτος έξαψη, ισιώνοντας το λινό του παντελονάκι. Άπλωσε τα χέρια του και έπιασε τα βυζιά τση γίδας. Η κατσικούλα όμως, με μια αστραπιαία κλωτσιά, έφερε τον σύγκλο ανάποδα !
Ένας πίδακας από ολόπαχο γάλα εκτοξεύτηκε και προσγειώθηκε ο μισός ίσια και πάνω στο στήθος και τα λινά ρούχα του Ιταλού και το υπόλοιπο στα μαλλιά τση Άννας
«Mamma mia! Santa Κατσικούλα!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο, φτύνοντας γάλα...
Η Άννα έσκασε στα γέλια σφουγγίζοντας με το μαντήλι τσης το γάλα απ’ τα μαλλιά τσης.
«Άντε μαζέψου, ορπίδα μου, έχεις δρόμο ακόμα, να γίνεις Βολιμιάτης».
