Translate

07 Μαΐου 2026

ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

 


ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

Του ΑΡΗ ΚΑΡΡΕΡ

Επτανησιακή σχολή ονομάζουμε τη λογοτεχνική σχολή που αναπτύχθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Τα Επτάνησα τότε πρόσφεραν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ούτως ώστε να σημειωθεί μια μεγάλη πνευματική άνθιση, καθώς και η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.

Τα Επτάνησα δεν περιήλθαν ποτέ κάτω από την τουρκική κατοχή. Αντίθετα η διαδοχική κατοχή από τους Ενετούς, τους Γάλλους, τους Αγγλους και τους Ρώσους, υπήρξε ευνοϊκός παράγοντας για την πνευματική τους ακμή.

Η μακρόχρονη επαφή με τη Δύση και το Δυτικό πολιτισμό, η οικονομική ανάπτυξη των νησιών και η ειρηνική διαβίωση των κατοίκων, συνέβαλαν αποφασιστικά στο να καταστούν τα Επτάνησα το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο της εποχής. Επίσης πρέπει να σημειωθεί πως το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο, η Ιόνιος Ακαδημία, ιδρύθηκε στην Κέρκυρα το 1824 κατά τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής.

Η Επτανησιακή Σχολή με ηγέτη τον Διονύσιο Σολωμό, μπορεί να χωριστεί:
Στους προσολωμικούς, τους Επτανήσιους δηλαδή λογοτέχνες που έζησαν πριν από τον Σολωμό, ανήκαν στον διαφωτισμό και κατά κάποιο τρόπο προετοίμασαν το έδαφος για την εμφάνιση του Σολωμού.

Στους σολωμικούς που δημιουργούν επηρεασμένοι άμεσα από το έργο του και βαδίζουν στα ίχνη του (αυτοί απαρτίζουν την κυρίως Επτανησιακή Σχολή) και
Τους εξωσολωμικούς δηλαδή τους λογοτέχνες που αν και είναι Επτανησιώτες και ανήκουν στην ίδια εποχή, εντούτοις δεν επηρεάστηκαν στο έργο τους από τον Σολωμό.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής είναι οι εξής:

Προσολωμικοί: Αντώνιος Μαρτελάτος και Νικόλαος Κουτουζής.

Σολωμικοί: Διονύσιος Σολωμός, Ιάκωβος Πολυλάς, Αντώνιος Μάτεσης, Ιούλιος Τυπάλδος, Γεώργιος Τερτσέτης, Γεράσιμος Μαρκοράς, Γεώργιος Καλοσγούρας και Λορέντζος Μαβίλης.

Εξωσολωμικοί: Ανδρέας Κάλβος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και Ανδρέας Λασκαράτος.

Στα Επτάνησα το βασικό λογοτεχνικό έργο που καλλιεργούνταν ήταν η ποίηση-λυρική, επικολυρική και σατιρική. Στην πεζογραφία καλλιεργείται κυρίως το κριτικό δοκίμιο. Οσο αφορά το θέατρο, σημαντικότερη συμβολή ήταν του Αντωνίου Μάτεση με το δράμα «ο Βασιλικός» γραμμένο το 1830. Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό έργο με κοινωνικό περιεχόμενο που διαδραματίζεται στις αρχές του 18ου αιώνα στα νησιά.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της Επτανησιακής Σχολής είναι τα εξής:

Από την άποψη θεμάτων ιδιαίτερη θέση στην επτανησιακή ποίηση, έχει η αγάπη για την πατρίδα, ο θαυμασμός για την φύση, η πίστη στο θεό και η εξύμνηση του έρωτα στην πιο αγνή και αυθεντική του μορφή.

Οσον αφορά την μορφή, το κυριότερο γνώρισμα είναι η δημοτική γλώσσα , την οποία οι Επτανήσιοι λογοτέχνες όχι μόνο υιοθετούν και καλλιεργούν, αλλά την υποστηρίζουν και θεωρητικά με διάφορες μελέτες και άρθρα τους.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η ολιγογραφία καθώς και η έλλειψη ρητορικών εξάρσεων και στόμφου. Τέλος η ιδιαίτερη φροντίδα στην επεξεργασία του στίχου.

Μερικά από τα σπουδαία έργα των λογοτεχνών της Επτανησιακής Σχολής είναι τ’ ακόλουθα: «Ο Υμνος στην περίφημο Γαλλία, αρχιστράτηγο Βοναπάρτη και τον στρατηγό Γεντίλλη» του Αντώνιου Μαρτέλαου, ο « Βασιλικός» του Αντωνίου Μάτεση, ο «Υμνος προς την Ελευθερία» και το «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονυσίου Σολωμού, ο «Ορκος» του Γεράσιμου Μαρκορά, τα «Προλεγόμενα» του Ιάκωβου Πολυλά, τα «Ποιήματα διάφορα» του Ιουλίου Τυπάλδου, τα «Μυστήρια της Κεφαλονιάς» του Ανδρέα Λασκαράτου, ο «Φωτεινός» και ο «Αστραπόγιαννος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και οι είκοσι πατριωτικές «Ωδές».

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Η Επτανησιακή Σχολή αποτελεί το πρώτο καλλιτεχνικό ρεύμα με σαφείς δυτικοευρωπαϊκές επιρροές, το οποίο εμφανίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα και διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 19ου περίπου.

Τα Επτάνησα την εποχή εκείνη βρέθηκαν διαδοχικά υπό ενετική, γαλλική και αγγλική κατοχή. Η σχετική ελευθερία που απολάμβαναν οι Επτανήσιοι, η οικονομική τους ευμάρεια και οι πολιτιστικές τους σχέσεις με την κοντινή Ιταλία είχαν ως αποτέλεσμα τα Ιόνια να γίνουν ο χώρος όπου η ελληνική ζωγραφική εγκατέλειψε την βυζαντινή παράδοση για να στραφεί προς τη Δύση.

Ενας άλλος παράγοντας που ευνόησε τη δημιουργία της Επτανησιακής Σχολής ήταν η μετοίκιση στα Επτάνησα πολλών κρητών ζωγράφων, όταν η Κρήτη πέρασε από τα χέρια των Ενετών στα χέρια των Οθωμανών. Μεταξύ των κυριοτέρων ζωγράφων της λεγόμενης Κρητικο-ζακυνθινής Σχολής του 16ου και 17ου αιώνα αναφέρονται ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Δημήτρης και Γεώργιος Μόσχος, ο Μανώλης και ο Κωνσταντίνος Τζάνες, καθώς και ο Στέφανος Τσαγκαρόλος.

Η στροφή προς τη δυτική τέχνη εκδηλώθηκε προς το τέλος του 17ου αιώνα με την εγκατάλειψη των παραδοσιακών βυζαντινών μορφών αλλά και με αυτή της τεχνικής της βυζαντινής αγιογραφίας. Οι ζωγραφικές παραστάσεις επηρεασμένες κυρίως από το ιταλικό μπαρόκ, αλλά και την φλαμανδική ζωγραφική, άρχισαν ν’ αποκτούν βάθος, να δίνουν δηλαδή την αίσθηση της τρίτης διάστασης του χώρου, να γίνονται πιο φυσικές και ν’ αποκτούν θέματα όλο και περισσότερο κοσμικά αντί για θρησκευτικά— κυρίως προσωπογραφίες αριστοκρατών και αστών.

Επιπλέον οι Επτανήσιοι ζωγράφοι αντί γι’ αβγό, άρχισαν να χρησιμοποιούν λάδι ως συνδετικό των χρωμάτων και αντί για σανίδι, μουσαμά. Η αβγοτέμπερα εγκαταλείφθηκε και τη θέση της πήρε η ελαιογραφία.

Τα πρώτα δείγματα της δυτικότροπης Επτανησιακής Σχολής εμφανίστηκαν στις διακοσμήσεις των οροφών των εκκλησιών, γνωστές ως «ουρανίες» ή τα «σοφίτα». Πρωτοπόρος σ’ αυτή την αλλαγή ήταν ο Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729). Μανιάτης στην καταγωγή, ασχολήθηκε αρχικά με την βυζαντινή αγιογραφία την οποία έμαθε κοντά στον κρητικό αγιογράφο Λέο Μόσκο. Αργότερα, ο Παναγιώτης Δοξαράς συνέχισε τις σπουδές του στην Βενετία κι αυτό τον έκανε να εγκαταλείψει την βυζαντινή αγιογραφία και να στραφεί προς την δυτική ζωγραφική.

Ετσι, με οδηγό τα έργα του Πάολο Βερνέζε στο Δουκικό παλάτι της Βενετίας, ο Παναγιώτης Δοξαράς φιλοτέχνησε την ουρανία της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα. Με το «Περί ζωγραφίας» σύγγραμμά του (1726) – την πρώτη ελληνική πραγματεία για την αναγεννησιακή ζωγραφική – τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της αντικατάστασης της βυζαντινής από τη δυτική ζωγραφική, μια θέση που συζητήθηκε πολύ στον καιρό της και που συζητιέται ακόμα και σήμερα.

Ο Νικόλαος Δοξαράς (1700-1775), γιός του Παναγιώτη, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Το 1753 ή το 1754 ανέλαβε να ζωγραφίσει το σοφίτο του ναού της Φανερωμένης στην Ζάκυνθο που δυστυχώς καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1953, με εξαίρεση ένα μόνο τμήμα που φυλάσσεται στο Μουσείο της Ζακύνθου.

Σύγχρονοι του Νικόλαου Δοξαρά και με σαφείς δυτικές επιρροές, ήταν ο ζακυνθινός αγιογράφος Ιερώνυμος Στρατής Πλακωτός (1662;-1728) και ο κερκυραίος ζωγράφος Στέφανος Παζηγέτης.

Ο ζακυνθινός ιερέας Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813) και ο μαθητής του Νικόλαος Καντούνης (1767-1834), επίσης ιερέας, συνέχισαν ν’ αγιογραφούν κατά τα δυτική πρότυπα και διακρίθηκαν κυρίως στην ρεαλιστική προσωπογραφία η οποία τονίζει την ψυχολογία του απεικονιζόμενου προσώπου.

ΜΟΥΣΙΚΗ

Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα άρχισε να εμφανίζεται μια διαμορφωμένη αισθητική, ηχητική και «στιλιστική» αντίληψη η οποία εκτός από τους νεοτερισμούς που φέρνει και τα νέα στοιχεία κατά τη διάρκεια του χρόνου, εξακολουθεί να διατηρεί έναν ισχυρό πυρήνα στοιχείων.

Κι ενώ η δυτική Ευρώπη βιώνει μουσική και πολιτισμικά μια πραγματική Αναγέννηση βασισμένη σε παραδοχές κι ερμηνείες, καθώς και σε αποκωδικοποιήσεις ενός μακρινού ελληνικού πολιτισμού, ο σύγχρονός του ουσιαστικά είναι καθηλωμένος κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τα Επτάνησα όμως αποτέλεσαν κοιτίδες πολιτισμού όσον αφορά την μουσική, επηρεασμένα κυρίως από την Ιταλία. 
Ετσι, την Επτανησιακή Μουσική Σχολή αποτέλεσαν οι εξής:

«Πατριάρχης» της Επτανησιακής Σχολής θεωρείτο ο μελοποιός του έργου του Διονυσίου Σολωμού, «Υμνος προς την Ελευθερίαν» Νικόλαος Χαλκιόπουλος-Μάντζαρος (Κέρκυρα 1795-1872). Ο Μάντζαρος ήταν γιός ευγενούς οικογένειας. Διδάχθηκε πιάνο και βιολί από τους δύο αδελφούς του Ιερώνυμο και Στέφανο αντίστοιχα, καθώς θεωρία και σύνθεση από τους Μορέττι και Μπαρμάτι και τον περίφημο Τσιγκαρέλλι στην Ιταλία. Δίδαξε μουσική στον τόπο καταγωγής του αφιλοκερδώς, αρνούμενος μάλιστα θέσεις περιωπής όπως οι διευθυντικές των Ωδείων του Μιλάνου και της Νάπολης. Ηταν ένας από τους πολυγραφότερους συνθέτες, ωστόσο μόνον ένα μικρό μέρος των συνθέσεων αυτών σώζεται ακόμα στις μέρες μας. 

Ο Μάντζαρος θεωρείται πρωτομάστορας της Επτανησιακής Σχολής και ειδικότερα της Λόγιας Ελληνικής Μουσικής, αφού μερικά από τα έργα του όπως τα κουαρτέτα εγχόρδων «Partimenti», το έργο του για φωνή και ορχήστρα με τίτλο «Aria Greca», η αρχαιότερη σωζόμενη ελληνική όπερα «Don Grepuscolo», καθώς και μία σειρά δοκιμίων (μεταξύ των οποίων το «Rapporto») που αποτελούν έργα χωρίς προηγούμενο στην ελληνική μουσική. 
Πέρα από την συνθετική του δραστηριότητα, ο Μάντζαρος κατέγραψε πλήθος παραδοσιακών τραγουδιών της Κέρκυρας, καθώς και της γειτονικής Ηπείρου, δραστηριότητα με την οποία ελάχιστοι είχαν ασχοληθεί. Υπήρξε δε, ένας από του πρωτεργάτες της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κέρκυρας της οποίας διετέλεσε ισόβιος καλλιτεχνικός διευθυντής.

Μαθητής του Μάντζαρου και από τους κύριους ιδρυτές της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κέρκυρας, υπήρξε, μεταξύ άλλων, και ο Σπυρίδων Ξύνδας (Κέρκυρα 1812/4-Αθήνα 1896). Υπήρξε εύπορος στα νεανικά του χρόνια, ωστόσο πέθανε πάμπτωχος. Δεξιοτέχνης της κιθάρας και έξοχος μουσουργός (μαθήματα θεωρητικών και σύνθεσης με τον Τσιγκαρέλλι στην Ιταλία) περιόδευσε σε αρκετές χώρες συναρπάζοντας το φιλόμουσο κοινό με το ταλέντο και την τεχνική του δεινότητα. Μετά την εγκατάστασή του στην Κέρκυρα από την Ιταλία, παρέδιδε θεωρητικά μαθήματα, ενοργάνωσης και εκκλησιαστικής μουσικής. 
Αρκετά χρόνια αργότερα, και μετά την Αθηναϊκή πρεμιέρα της όπεράς του «Ο υποψήφιος βουλευτής» (η πρώτη όπερα στα ελληνικά σε λιμπρέτο του Ιωάννη Ρινόπουλου), μετακόμισε στην Αθήνα φιλοξενούμενος της κόρης του η οποία διέμενε με την οικογένειά της στο σπίτι της οδού Προαστίου (η σημερινή Εμμ. Μπεννάκη). Εμφανίστηκε για τελευταία φορά ως κιθαριστής το 1896, χρονιά που έφυγε από τη ζωή ήδη προ ετών τυφλός. Στο corpus των έργων του υπάρχουν οκτώ τουλάχιστον ολοκληρωμένες όπερες («Anna Winter» ή «Οι τρεις σωματοφύλακες», “Il conte Giulano”, «Γαλάτεια» κ.α.) κι ένα μεγάλο πλήθος τραγουδιών, φωνητική μουσική και μουσική για κιθάρα.

Ο Παύλος Καρρέρ είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους Επτανήσιους συνθέτες του 19ου αιώνα και το έργο του συνάντησε μεγάλη επιτυχία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1829 και πέθανε εκεί το 1896. Εζησε από μικρή ηλικία για αρκετά χρόνια στην Ευρώπη όπου σπούδασε κι έκανε καριέρα ως μουσικός. Τα πρώτα του μαθήματα τα πήρε στην Αγγλία και αργότερα μετά την επιστροφή του στην Ζάκυνθο πήρε μαθήματα από τους Giuseppe Cricca και Francesco Mirangini ή Maragoni. Ο Σπύρος Μοτσενίγος αναφέρει ότι το 1848 ο συνθέτης ήταν μαθητής του Μάντζαρου στην Κέρκυρα κι εκείνο το διάστημα εξέδωσε ένα βαλς με τίτλο «Το αηδόνι». Το δοκίμιο αυτό αγκάλισε τον κερκυραϊκό λαό ενώ ο Καρρέρ το αφιέρωσε στην Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας η οποία είχε προβλέψει την μελλοντική του εξέλιξη, και με πρόταση του Μάντζαρου, τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος της. 
Το 1850 ο Παύλος Καρρέρ ταξίδεψε στο Μιλάνο όπου έκανε μαθήματα μουσικής με τους Bosserone, Winter και Tassistri. Οι πρώτες σωζόμενες όπερές του Dante e Bice (Beatrice), Isabella d’ Aspeno και la rediviva, παρουσιάστηκαν στο θέατρο Carcano του Μιλάνου. Ορισμένες μάλιστα από αυτές δόθηκαν εκεί σε πρώτη εκτέλεση. Παρά τις 14 όπερες που έγραψε, συνέθεσε πλήθος τραγουδιών, λειτουργική και οργανική μουσική. Δυστυχώς τα χειρόγραφα ορισμένων μελοδραματικών του έργων θεωρούνται χαμένα από τους σεισμούς του 1953 και την μεγάλη πυρκαγιά που ακολούθησε στη συνέχεια. Τα περισσότερα ευτυχώς φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας ή της Ιταλίας και σε ιδιωτικές συλλογές. Εγραψε όπερες μεταξύ των οποίων είναι «Μάρκος Μπότσαρης», η «Κυρά Φρωσύνη», «Μαραθών-Σαλαμίς» κ.α.


Ο Ναπολέων Λαμπελέτ (Κέρκυρα 1864-Λονδίνο 1932) σπούδασε μουσική στην Κέρκυρα και σπούδασε ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση στο Ωδείο του San Pietro a Majella της Νάπολης με υποτροφία του Δήμου Κερκυραίων. Τα έργα του ξεπέρασαν γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας και το τέλος των σπουδών του τον οδήγησε στην Αθήνα στη διττή δραστηριότητα του καθηγητή της μουσικής και του συνθέτη-μαέστρου. Πέρα από τη πολυσχιδή του δραστηριότητα σχετικά με την έντυπη μορφή της μουσικής της επικοινωνίας, συγχρονίστηκε αρκετά με ποιητές και πεζογράφους της εποχής, μελοποιώντας άνω των 70 ποιημάτων σε στίχους των Πολέμη, Δροσίνη, Βασιλειάδη κλπ. Τα μεγάλα μελοδραματικά και ορχηστρικά του έργα γράφτηκαν κυρίως μετά το 1895 και τη μόνιμη μετεγκατάστασή του στο Λονδίνο («Το πέρασμα της Αφροδίτης», «Φενέλα» κ.α.).


Ένα από τα εξέχοντα μέλη της Επτανησιακής Σχολής είναι ο Σπυρίδων Φιλίσκος Σαμαράς (Κέρκυρα 1861-Αθήνα1917). Φημολογούνται συγγενικές σχέσεις με τον δάσκαλό του Σ. Ξύνδα ενώ οι μουσικές του σπουδές συμπληρώθηκαν στο Ωδείο Αθηνών με τους Φρ. Βολωνίτη και Ερ. Σταγκοπιάνο σε βιολί και θεωρία και ενορχήστρωση αντίστοιχα. 
Το ταλέντο και η ιδιοφυία του φάνηκαν από πολύ νωρίς. Για κάποιο διάστημα εργάστηκε ως βιολιστής σε διάφορες ορχήστρες ενώ όταν αποφάσισε να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε πολύ υψηλό επίπεδο, πήγε στο Παρίσι δίπλα στον μεγάλο Μασσνέ. Λίγο αργότερα κι ενώ τα έργα του είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος, αποφάσισε να μεταφερθεί στην Ιταλία. Εκεί συνεργάστηκε με τον διάσημο εκδοτικό οίκο μουσικής Riccordi ενώ λίγο αργότερα η όπερά του «Φλόρα Μιράμπιλς» τυγχάνει στο Μιλάνο μεγάλης αποδοχής και ο δρόμος για τα επόμενα πολλού και υψηλού επιπέδου έργα του, είχε ανοίξει. 
Ο Σαμαράς σύνδεσε το όνομά του ως «ανταγωνιστή» μ’ εκείνο του Μασκάνι και του Πουτσίνι ενώ θεωρείται σημαντική η συμβολή του στη διαμόρφωση του Βερισμού και του «ύφους του Πουτσίνι», επιτεύγματα που μόνο συνθέτες παγκοσμίου βεληνεκούς μπορούν να επιδείξουν. Οπερες όπως η «Μάρτυς», η «Ιστορία Ερωτος» και η «Δεσποινίς ντε Μπελ Ιλ» ανέβηκαν σε μεγάλα θέατρα της Ρώμης και του Μιλάνου ενώ προκάλεσαν θύελλα ενθουσιασμού στο κοινό. 
Ο Σαμαράς επέστρεψε στην Αθήνα το 1911 (ως τότε ερχόταν να διευθύνει τα έργα του, μεταξύ των οποίων και ο «Ολυμπιακός Υμνος» για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων του 1896) αναμένοντας μια θέση διευθυντή στο Ωδείο Αθηνών, όπως του είχε προταθεί. Τα πολιτικά και παρασκηνιακά γεγονότα όμως, δεν οδήγησαν σε αυτή την κατεύθυνση με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του ν’ ασχοληθεί με το είδος της οπερέτας για βιοποριστικούς λόγους. Το έργο του Σαμαρά ωστόσο, έχει περάσει τις εξετάσεις του χρόνου, των ειδικών και του κοινού.


Ο Διονύσιος Λαυράγκας (Αργοστόλι 1860-Ροζάτα Κεφαλονιάς 1941) αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Επτανησιακής και της Ενικής Μουσικής Σχολής. Σπούδασε αρχικά βιολί στην Κεφαλονιά με τον Σερράο κι αργότερα (συγκάτοικος του Λαμπελέτ στην πόλη της Νεάπολης) με τους Ρος και Σκαράνο στο πιάνο και θεωρία αντίστοιχα και λίγο αργότερα στο Παρίσι μαζί με τον Σαμαρά και καθηγητές τους Ντελίμπ και Μασσνέ. Η συνέχεια της ζωής του θα τον βρει κυρίως με την ιδιότητα του διευθυντή ορχήστρας μεταξύ Μάλτας, Τορίνο, Κεφαλονιάς και Αθήνας. Ο Λαυράγκας αφιερώθηκε στην σύνθεση, τη διδασκαλία και την ίδρυση ενός μελοδραματικού θεάτρου στην Ελλάδα. Η Ε.Λ.Σ. (Εθνική Λυρική Σκηνή) ήταν ένα δικό του όραμα και αποτελεί μέχρι και σήμερα το μοναδικό θέατρο στο είδος.

ΑΡΗΣ ΚΑΡΡΕΡ

05 Μαΐου 2026

ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΣΑΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΚΙ ΟΧΙ ΣΑΝ ΕΜΠΟΡΟΙ #ντοκουμέντο_Νεδέλκος





Σπάνιο ντοκουμέντο για την Υγεία στην Ελεύθερη Ελλάδα (ΦΩΤΟ)

ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Δευτερα 4 Μαιου 2026

Η Ειρήνη Νεδέλκου, κόρη του Γεώργιου Νεδέλκου, γιατρού και αντισυνταγματάρχη του Υγειονομικού του ΔΣΕ και της Βέρας Ρωμανίδου – Νεδέλκου, ανθυπολοχαγού της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας, με..

Η Ειρήνη Νεδέλκου, κόρη του Γεώργιου Νεδέλκου, γιατρού και αντισυνταγματάρχη του Υγειονομικού του ΔΣΕ και της Βέρας Ρωμανίδου – Νεδέλκου, ανθυπολοχαγού της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας, με ειδικότητα φαρμακοποιού, παρέδωσε στις ΚΟ Πρέβεζας και Λευκάδας του ΚΚΕ αντίγραφα από το ατομικό βιβλιάριο αξιωματικού του Γ. Νεδέλκου και την πρότασή του προς τον Πέτρο Κόκκαλη για την οργάνωση Λαϊκής Υγειονομικής Υπηρεσίας.

Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή σημάδεψε τη διήμερη επίσκεψη τιμής και μνήμης των Κομματικών Οργανώσεων Πρέβεζας και Λευκάδας του ΚΚΕ στον Γράμμο, αφιερωμένη στα 80 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Μόλις πληροφορήθηκε ότι οι Κομματικές Οργανώσεις θα πραγματοποιήσουν τη διήμερη επίσκεψη στον Γράμμο, η Ειρήνη Νεδέλκου ήρθε από τη Φλώρινα για να βρεθεί για πρώτη φορά στους τόπους όπου οι γονείς της έδωσαν τη δική τους μάχη μέσα από το Υγειονομικό του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τη νοσοκομειούπολη του Γράμμου.

Μαζί της έφερε και παρέδωσε στις Κομματικές Οργανώσεις σπάνια αντίγραφα ιστορικών τεκμηρίων: Το ατομικό βιβλιάριο αξιωματικού του πατέρα της Γ. Νεδέλκου και την πρότασή του προς τον Πέτρο Κόκκαλη, υπουργό Υγιεινής της Πρώτης Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας, για την «Οργάνωση Λαϊκής Υγειονομικής Υπηρεσίας».

Το ντοκουμέντο δεν αποτελεί απλώς ένα προσωπικό κειμήλιο. Φωτίζει μια ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της εποποιίας του ΔΣΕ: Την προσπάθεια να οργανωθεί η ζωή, η περίθαλψη, η πρόληψη, η Υγεία του λαού μέσα στις συνθήκες της ένοπλης ταξικής αναμέτρησης, με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και όχι το κέρδος.
Γιατρός του ΔΣΕ, με πείρα από τη μάχη και την οργάνωση του Υγειονομικού

Ο Γεώργιος Νεδέλκος δεν ήταν ένας παρατηρητής που κατέγραφε από απόσταση σκέψεις για την Υγεία. Ήταν γιατρός του Υγειονομικού του ΔΣΕ, αντισυνταγματάρχης και πολιτικός επίτροπος. Το ατομικό βιβλιάριο αξιωματικού που παραδόθηκε καταγράφει τη συμμετοχή του σε εκστρατείες, μάχες και κρούσεις από το 1946 έως το 1948, σε περιοχές όπως η Φλώρινα, τα Χάσια, η Κόνιτσα, το Περιστέρι – Τζουμέρκα και τη Μουργκάνα.

Η πορεία αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν ιδωθεί μέσα στο συνολικό πλαίσιο της συγκρότησης του Υγειονομικού του ΔΣΕ. Από τα πρώτα πρόχειρα ιατρεία και αναρρωτήρια, με ελάχιστους γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό και υλικά, μέχρι τα Κινητά Ορεινά Χειρουργεία, τις σχολές νοσοκόμων και τη νοσοκομειούπολη του Γράμμου, το Υγειονομικό του ΔΣΕ έδωσε μια διαρκή μάχη ενάντια στον θάνατο, μέσα σε συνθήκες απίστευτων ελλείψεων και σκληρών πολεμικών συγκρούσεων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ωρίμαζαν σκέψεις, προτάσεις και συμπεράσματα για την οργάνωση μιας Υγειονομικής Υπηρεσίας που θα υπηρετούσε τις ανάγκες του λαού. Σε αυτήν ακριβώς τη γραμμή εντάσσεται και το κείμενο του Γ. Νεδέλκου.
Η πρόταση προς τον Πέτρο Κόκκαλη

Η συνοδευτική επιστολή του Γ. Νεδέλκου φέρει ημερομηνία 20 Γενάρη 1948. Απευθύνεται «προς τον Αξιότιμο Υπουργό της Υγιεινής της Πρώτης Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας, Συναγωνιστή Πέτρο Κόκκαλη».

Σε αυτήν ο Νεδέλκος χαιρετίζει τον σχηματισμό της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, σημειώνοντας ότι είχε «βαθιά απήχηση» και ότι «ατσαλώνει την πίστη» για τη νίκη. Παράλληλα, θέτει στην κρίση του Κόκκαλη την πρόταση που έχει συντάξει για την οργάνωση της Λαϊκής Υγειονομικής Υπηρεσίας.

Το κυρίως κείμενο της πρότασης έχει ημερομηνία 30 Δεκέμβρη 1947 και τίτλο «Οργάνωση Λαϊκής Υγειονομικής Υπηρεσίας». Αφιερώνεται «σαν χαιρετιστήρια συμβολή στο έργο της Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας».

Από τις πρώτες γραμμές, ο Νεδέλκος θέτει το ζήτημα καθαρά: «Στη χώρα μας, υγειονομική υπηρεσία οργανωμένη και ελεγχόμενη, με αποστολή να εξυπηρετεί τα πλατιά λαϊκά στρώματα, δεν υπήρχε ποτέ». Δεν περιορίζεται όμως σε μια τεχνική διαπίστωση. Προχωρά σε κοινωνική και ταξική κριτική για το πώς το εκμεταλλευτικό σύστημα σπρώχνει την ιατρική πράξη από την επιστήμη στο εμπόριο.

Με ιδιαίτερη δύναμη σημειώνει ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί, «μέσ’ στην πορεία της σταδιοδρομίας τους», νιώθουν να τους πιέζει «το σάπιο πολιτικό – κοινωνικό – οικονομικό σύστημα» και να τους σπρώχνει προς την «επαγγελματική ρουτίνα». Περιγράφει πώς αρχίζει να γίνεται «αβαρία στην επιστημονική συνείδηση» και στη θέση της να θρονιάζεται «το εμπορικό πνεύμα», που μεταβάλλει την πρακτική εφαρμογή της επιστήμης «σ’ ένα κοινό εκμεταλλευτικό επάγγελμα».

Την ίδια ώρα ξεχωρίζει τους τίμιους, προοδευτικούς επιστήμονες, «συνειδητούς φορείς και θεράποντες της υγείας του λαού», πολλοί από τους οποίους πήραν μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και διώχθηκαν από το μετεμφυλιακό αστικό καθεστώς.
«Να δουλεύουν σαν επιστήμονες κι όχι σαν έμποροι»

Στο κέντρο της σκέψης του βρίσκεται η αντίθεση ανάμεσα στον γιατρό που υπηρετεί την υγεία του λαού και στον γιατρό που αναγκάζεται, μέσα στο καθεστώς της εκμετάλλευσης, να σκέφτεται και να δουλεύει ως έμπορος.

Γράφει χαρακτηριστικά:

«Τότες, επαγγελματικά κατοχυρωμένοι και οικονομικά εξασφαλισμένοι απ’ το ίδιο το κράτος, θα επιδοθούν απερίσπαστοι στην υγειονομική εξυπηρέτηση του λαού.

Τότες θα δουλεύουν σαν επιστήμονες κι όχι σαν έμποροι.

Τότε συμφέρον τους και μέριμνά τους θα είναι να έχουν τους ανθρώπους του τομέα τους υγιείς κι όχι άρρωστους».

Το απόσπασμα αυτό συμπυκνώνει και τη σημερινή επικαιρότητα του ντοκουμέντου. Ο Νεδέλκος δεν αντιμετωπίζει την Υγεία ως αγορά υπηρεσιών, ούτε τον γιατρό ως επαγγελματία που κυνηγά την «πελατεία». Τον θέλει κοινωνικά κατοχυρωμένο, απερίσπαστο από τον βιοποριστικό ανταγωνισμό, ενταγμένο σε οργανωμένη υπηρεσία, με καθήκον να προλαμβάνει, να θεραπεύει και να υπηρετεί τον λαό.
Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την Υγεία του λαού

Η πρόταση δεν μένει σε γενικές αρχές. Ξεδιπλώνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις δυνατότητες της εποχής. Ο Νεδέλκος ξεκινά από τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας: Τη φυματίωση, την ελονοσία, τη μεγάλη νοσηρότητα, τη θνησιμότητα, την ανάγκη προστασίας της μητέρας, του παιδιού, του εργαζόμενου, του χωρικού.

Ορίζει ως διπλή αποστολή της Λαϊκής Υγειονομικής Υπηρεσίας την πρόληψη και τη θεραπεία: Από τη μία «να προλαβαίνει τις αρρώστιες, να προάγει και διατηρεί την υγεία του λαού», δηλαδή την Προληπτική Υγιεινή. Από την άλλη «να θεραπεύει τις αρρώστιες», δηλαδή τη Θεραπευτική με την πλατιά έννοια.

Ακολουθεί συγκεκριμένη ανάπτυξη για την Υγεία στο χωριό και στην πόλη. Στο χωριό δίνει βάρος στην εκλαΐκευση της υγιεινής, στην ατομική, οικογενειακή και κοινοτική υγιεινή, στην προστασία της μητρότητας, του νεογνού, του παιδιού και του εφήβου. Προτείνει καθοδήγηση του λαού με διαλέξεις, μπροσούρες, βιβλιαράκια, κινηματογράφο και πρακτική δουλειά από υγειονομικούς υπεύθυνους, επισκέπτριες αδελφές, τομεακούς γιατρούς και δασκάλους.

Ιδιαίτερη σημασία δίνει στην αντιμετώπιση της φυματίωσης και της ελονοσίας, στον εμβολιασμό, στα ατομικά βιβλιάρια υγείας, στην έγκαιρη θεραπεία των αρρώστων. Στην πόλη ζητά την εφαρμογή των ίδιων αρχών σε πιο ολοκληρωμένη μορφή: Στη συνοικία, στο εργοστάσιο, στα καταστήματα, στα εστιατόρια, στα σχολεία, στους χώρους μαζικής ζωής.

Αναλυτική είναι και η οργανωτική του πρόταση. Η Λαϊκή Υγειονομική Υπηρεσία πρέπει, σύμφωνα με το σχέδιό του, να είναι κλιμακωμένη από το χωριό μέχρι το κέντρο του κράτους. Στο χωριό προβλέπει υγειονομικό σταθμό και υγειονομικό υπεύθυνο. Σε ομάδες χωριών προβλέπει λαϊκό ιατρείο με γιατρό, φαρμακείο, απλό μικροβιολογικό εργαστήριο, θάλαμο νοσηλείας και επισκέπτρια αδελφή. Σε ανώτερα επίπεδα προβλέπει λαϊκά πολυϊατρεία, νοσοκομεία, θεραπευτήρια, ειδικότητες, σχολές νοσοκόμων και υγειονομικά συμβούλια.

Δεν πρόκειται για σκόρπιες σκέψεις. Πρόκειται για επεξεργασμένο σχέδιο λαϊκής οργάνωσης της Υγείας, που ξεκινά από το πιο μικρό κύτταρο, το χωριό, και φτάνει έως το υπουργείο. Ένα σχέδιο που συνδυάζει την πρόληψη με τη θεραπεία, την επιστημονική γνώση με την καθημερινή λαϊκή ανάγκη, την κοινωνική οργάνωση με την ευθύνη του κράτους.

Πολύτιμο τεκμήριο μιας μεγάλης ιστορικής προσπάθειας

Η παράδοση των αντιγράφων από την Ειρήνη Νεδέλκου προσθέτει ένα ακόμα πολύτιμο τεκμήριο στην προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης της ιστορικής μνήμης του ΔΣΕ. Ταυτόχρονα φωτίζει μια πλευρά που συχνά μένει πίσω από την εικόνα των μαχών: Την προσπάθεια του ΔΣΕ να οργανώσει μορφές λαϊκής εξουσίας και λαϊκής φροντίδας, ακόμα και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Στους ίδιους τόπους όπου στήθηκαν χειρουργεία, αναρρωτήρια, σχολές νοσοκόμων, σταθμοί περίδεσης και νοσοκομεία μέσα στο βουνό, ένας γιατρός του ΔΣΕ κατέγραφε, ήδη από το 1947, μια πρόταση για το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί η Υγεία στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Και αυτό είναι που κάνει το ντοκουμέντο ξεχωριστό: Δεν μιλά μόνο για την περίθαλψη των τραυματιών του πολέμου. Μιλά για την Υγεία του λαού συνολικά. Για το παιδί, τη μάνα, τον εργάτη, τον αγρότη, τον άρρωστο, τον υγειονομικό. Για μια Υγεία οργανωμένη με επιστημονικό σχέδιο, κοινωνική ευθύνη και λαϊκό προσανατολισμό.

Για μια Υγεία όπου οι γιατροί θα δουλεύουν, όπως έγραφε ο Γεώργιος Νεδέλκος, «σαν επιστήμονες κι όχι σαν έμποροι».

πηγη: 902.GR