*Ιστορίες φαντασίας στη Βολίμα
Το απόγευμα είχε πέσει βαρύ πάνω από τα καντούνια τση Βολίμας.
Στο παραδοσιακό καφενείο τση «Σούνας» στις Βολίμες, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
Η κυρία Διονυσία –η ξακουστή «Σούνα»– καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού με τα χαρτιά του κονκαν ανά χείρας. Εκ δεξιών της ο παπαΤάσης ανακάτευε τα φύλλα με μάτι πονηρό. Πιο δίπλα εκ δεξιών του παπά καθόταν ο Κώστας ο Τσιχλής, και ανάμεσα στη Σούνα και τον Τσιχλή, ο Τάσης ο Κούτσης, που παρακολουθούσε το παιχνίδι με το σαγόνι πεσμένο.
Η πόρτα άνοιξε και ο Τζόρτζιο μπήκε μέσα ιδρωμένος, φορώντας ένα κοντό παντελονάκι, μιλώντας σπαστά ελληνικά μπερδεμένα με βενετσιάνικα:
«Signora... scusa, signora Souna! Per favore, un espresso... γυρεύω un caffè, molto τρυφερό, να στυλωθώ από το sentiero!»
Η Σούνα, χωρίς να βγάλει τα μάτια της από τα χαρτιά, γύρισε με μισό μάτι προς τον παπαΤάση:
«Ωρέ παπά, τι λέει τούτο το τζόβενο που ήρθε τώρα; Τι διάολο γυρεύει; Κι είμαι έτοιμη να κλείσω.. να σάς πάρω τα σώβρακα!»
Ο παπαΤάσης δεν έβγαλε μιλιά. Αντί να απαντήσει, έριξε επίτηδες στο τραπέζι ένα φύλλο-λουκούμι, ακριβώς μπροστά στον Τσιχλή για να του δώσει την ευκαιρία να κλείσει ευτός την παρτίδα.
Ο Τσιχλής άρπαξε το χαρτί, το βρόντηξε στο τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος:
«Έκλεισα ! Να, ωρή, άμε στο διάολο μαλάκω, έτσι παίζουνε..!
Που μου στρώθηκες εδεπά να μάς πάρεις τα βρακιά! Πήγαινε τώρα να φτιάξεις το καφέ που σου λέει το τζόβενο!» και φέρε τη Βανίλιαα..
Το καφενείο σείστηκε από τις φωνές. Η Σούνα πέταξε την τράπουλα στον αέρα και όρμησε στον Τσιχλή:
«Αμέ στο διάολο, Τσιχλή! Που ο παπάς... που να 'μπει μέσα του, κείνος που είναι στο λαγκάδι... ο μαλάκας! ..Σου 'δωσε φύλλο και έκλεισες και τώρα κοκορεύεσαι;»
Στράφηκε σαν μαινάδα προς τον παπαΤάση, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι:
«Παπά! Βγάλε το σταυρό που φορείς να μπορω να σε στείλω εκεί που πρέπει! Παλιόπραμα, μού έβγαλες το απόγευμα μου ξινό!»
Ο παπαΤάσης, μαζεύοντας τα γένια του, προσπάθησε να δικαιολογηθεί με φωνή χαμηλή μελιστάλακτη συγκαταβατική:
«Κυρία Διονυσία μου, σκουζάτο... δεν τον φορώ τον σταυρό! Τον αστόχησα στο σπίτι όταν άλλαξα που ήρθα απ' την εκκλησία...»
Αυτό ήταν. Η Διονυσία άνοιξε το στόμα της και άρχισε να τον λούζει με τα πιο εκλεκτά, βολιμιάτικα επίθετα:
«Όρσε παπά, ξεθέωμα, που νάμπει ο διάολος μέσα σου και να έχει απόξω τοίχο, όσα μέτρα είναι ο γκρεμός του Σπυριλή να μην μπορεί να βγει όξω!»
«Όρσε μαλάκα, που έδωσες φύλλο στο Τσιχλή να μάς ξεβρακώσει!»
«Όρσε με στα γένια σου, να τυλιχτούν ούλοι οι διαόλοι τση Βολίμας και να μην μπορείς να τσου ξεμπερδέψεις!»
Ο παπαΤάσης, σταυροκοπιώντας, βλέποντας τον Ιταλό να τρέμει στη γωνία, θυμήθηκε τον αδελφό του που σπούδαζε γιατρός στην Ιταλία και είχε αρπάξει μερικές λέξεις από τα ιταλικά του.
Γυρίζει λοιπόν στον Τζόρτζιο και του λέει με μια αλλοπρόσαλλη διάλεκτο:
«Καλέ μου signore, non ti preoccupαρεσαι! Questo καφενείο είναι λίγο... pericoloso σήμερα. Il ragazzo ιατρός φουτούρο, ο αδερφός μου στην Padova, μου γράφει για medicina, αλλά εμείς εδώ faccioμo κονκάν! Κατάλαβες;»
Η Σούνα, που είχε πάρει σβάρνα τους πάντες, είδε τον Τάση τον Κούτση να γνέφει στον παπά.
Γυρίζει και τον αρπάζει κι αυτόν από τα μούτρα:
«Κι εσύ ωρε Κούτση; Μαζί με τον παπά; Όρσε μέσ' στα μούτρα σου και σε σένα, που πήρες το μέρος του!
Ένα τομάρι είστε ούλοι σας!»
Ο Τσιχλής, με το ύφος του νικητή, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι:
«Άσε τσου διαόλους τώρα ωρή και Φέρε μου το υποβρύχιο να γλυκαθώ, που σε ξεβράκωσα!»
Ο Κούτσης, μην αντέχοντας την αδικία, έσπρωξε την καρέκλα του πίσω:
«Εγώ σηκώνομαι να φύγω, δεν κάθομαι άλλο εδεπά να με βρίζει η Διονυσία!»
«Πού θα πας, ρε Κούτση; Κάτσε κάτω!» τον σταματάει ο παπαΤάσης. «Κάτσε εδεπά για να συνεχιστεί το παιχνίδι, θα ηρεμήσουνε τα πράματα, θα δεις,, δεν λέει να μείνουμε τρεις.. και ποιος θα μοιράσει μετά;»
Mέσα στη βαβούρα, η Σούνα πήγε στον πάγκο, έβαλε μια κουταλιά Βανίλια μέσα σε ένα ψηλό ποτήρι νερό από τα αποπλυσίδια των άλλων ποτηριών και το έσπρωξε μπροστά στον Τσιχλή.
Ο Τσιχλής έπιασε το ποτήρι σφιχτά και με τις δύο παλάμες, έτοιμος να απολαύσει τη νίκη του.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή που ο Τσιχλής είχε χουφτώσει το ποτήρι με την βανίλια, σε κλάσμα δευτερολέπτου, ο Κούτσης, που ήταν ακόμα μισοσηκωμένος, κάνει μια αστραπιαία κίνηση, απλώνει το χέρι, αρπάζει το κουτάλι με τη βανίλια μέσα από το ποτήρι του Τσιχλή και το βάζει στο στόμα του ολόκληρο!
Ο Τσιχλής έμεινε σύξυλος. Κοιτούσε τα χέρια του που βαστούσαν ένα ποτήρι με σκέτο, θολό νερό, χωρίς ίχνος βανίλιας μέσα.
«Ρεεε!» ούρλιαξε ο Τσιχλής.
«ουρέ ξεθέωμα, που να μπει ο διάολος μέσα σου Κούτση, ούληνε την κατάπιες ? που να Σου κάτσει η βανίλια στον καρίτσαφλά σου παλιόπραμα, βρομόσκυλο.. Που να σε πάρουνε ούλοι οι διαόλοι του ατσίγκανου και να σε στείλουνε πάλι στα καράβια να μήν Σε γλέπω!»
Ο παπαΤάσης μπήκε στη μέση απλώνοντας τα χέρια του, φωνάζοντας ξανά στον Τζόρτζιο:
«Giorgio! Guarda εδώ! Questa είναι μια grande... appendicite τση τρέλας! Il κουτάλι sparίστηκε αστραπιαία! Infarto θα πάθουμε ούλοι! Signora Souna, φέρε ένα άλλο υποβρύχιο per il Tsichlis, γιατί θα έχουμε... omicidio στο καφενείο!»
Ο Τζόρτζιο, με τα μάτια του να πηγαινοέρχονται, είχε αρχίσει στα κρυφά να καταγράφει όλη τούτη την τρέλα στο κινητό του τηλέφωνο, ψιθυρίζοντας εντυπωσιασμένος:
«Mamma mia... Αυτό δεν είναι κλέψιμο, signori. Αυτό είναι... magia!
Στη Βενετία οι κλέφτες παίρνουν τα πουγγιά στο σκοτάδι, αλλά αυτός ο signore Κούτσης το πήρε μέσα από το φως, μπροστά στα μάτια του κόσμου! Che velocità!»
Η Σούνα έσκασε στα γέλια. «Καλά σου 'κανε, παλιοΤσιχλή! Πιες τώρα το νερό τση πλύσης των ποτηριώνε, να στανιάρεις! Και δώσε το κουτάλι πίσω, ρε Κούτση, μην χάσουμε και το κουτάλι..»
Ο Κούτσης πέταξε το κουτάλι στο τραπέζι αφού κατάπιε τη βανίλια, μακρύα απ΄τον Τσιχλή :
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι, Τσιχλή. Όποιος προλάβει, πρόλαβε, τον Κύριο είδε!
Παπά, έτσι δεν είναι..? μοίραζε τα χαρτιά ξανά, τώρα που γλυκάθηκα!»
Ο παπα-Τάσης ξαναμοίραζε τα χαρτιά, προσπαθώντας να ρίξει μια ματιά στην οθόνη του Ιταλού.
Ο Τσιχλής, ακόμα μανιασμένος για τη χαμένη βανίλια, αποφάσισε να πάρει το αίμα του πίσω. Καθώς ο παπάς γύρισε το κεφάλι του για να κάνει μια γκριμάτσα στην κάμερα του Τζόρτζιο, ο Τσιχλής άπλωσε το δάχτυλό του κάτω από το ράσο του παπά, εκεί που είχε ακουμπήσει την «κάβα» της τράπουλας, και βούτηξε έναν Ρήγα σπαθί.
Η Σούνα όμως το είδε:
«Βρε Τσιχλή! Παλιόπραμα!» τσίριξε, κοπανώντας μια καρέκλα στο πάτωμα.
«Κλέβεις τον εκπρόσωπο του Υψίστου, μωρέ αφορεσμένε; Παπά, κοίτα τον, Σου άρπαξε τον Ρήγα για να ρεφάρει τη βανίλια!»
Ο παπα-Τάσης πετάχτηκε όρθιος:
«Santο Μπαρούτο!» φώναξε στα "ιταλικά" του. «*Τσιχλή, τέκνον μου είναι grande αμαρτία, κλεψιμέτο εξόφθαλμο! Δώσε πίσω τον Ρήγα γιατί θα σε στείλω στον γκρεμό του Σπυριλή χωρίς σχοινί!**»
Την ίδια ώρα, ο Τάσης ο Κούτσης είδε το κινητό του Τζόρτζιο να γυαλίζει και πλησίασε από πίσω για να του το βουτήξει.
Ο Τζόρτζιο όμως γύρισε αστραπιαία, αγκάλιασε το κινητό με τα δυο του χέρια και του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο: «No, no, signore! Questo είναι απόδειξη! Αν το δείξω στη Venezia, δεν θα με πιστέψει κανείς! Θα πουν πως είναι cinema!»
Ο Κούτσης γέλασε.«Σιγά, μωρέ, το κουτί σου. Εγώ δοκίμαζα μόνο αν φυλάγεσαι. Άμα ήθελα να στο πάρω, θα το'χα πάρει και θα'χα σκαπετήσει στο Αλεξούνι..»Ο παπα-Τάσης, που είχε ήδη ξαναμαζέψει την τράπουλα, σταυροκοπήθηκε.
«Παναγία μου, φύλαγε τσου ξένους που πέφτουνε στα χέρια τσους...»
Βλέποντας ο Τζόρτζιο ότι ο καφές που ζήτησε είχε ξεχαστεί πήρε βαθιά ανάσα και φώναξε στη Σούνα στα ιταλο-βολιμιάτικα του παπά:
«Σινιόρα Σούνα! Per favore, facciμo ένα espresso molto... βαρύ γλυκό! Με φούρια, signora, γιατί ο νους μου έγινε σαμπρέλα από το κονκάν!»
Η Σούνα έβαλε τα χέρια στους γοφούς:
«Όρσε και Συ τζόβενο! Μου 'μαθε και βαρύ γλυκό ο βενετσιάνος! Ρε, τι espresso μου τσαμπουνάς εδεπά; Στη Βολίμα ο καφές ψήνεται στη χόβολη..! Κι αν ξαναπείς τη σαμπρέλα "espresso", θα σε βάλω να καθαρίσεις τση γίδες τση Άννας που έχουν ανέβει στο απόγκρεμο!»
Παρά τις φωνές της όμως, έπιασε το μπρίκι και άρχισε να του φτιάχνει έναν τούρκικο καφέ, διπλό, που θα τον έκανε να ξεχάσει τον εσπρέσσο και την Βενετιά που τον γέννησε.
Ο Τσιχλής, που ακόμα έβραζε για τη χαμένη βανίλια, μουρμούρισε:
«Ναι... αλλά Τι θα γίνει με τη βανίλια μου ? που την έφαγε ευτό το ξεθέωμα...»
Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, ο Κούτσης τού έκλεψε τον άσσο μπαστούνι μέσα από τα δάχτυλα του Ο Τζόρτζιο σηκώθηκε όρθιος, χτύπησε παλαμάκια και φώναξε:
«Mamma mia! Due volte! Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι κλέφτης...Είναι μάγος!»
Το καφενείο τση Σούνας τραντάχτηκε από τα γέλια.
Ο παπα-Τάσης όμως, βλέποντας ότι αυτή η «μαγική συσκευή» είχε καταγράψει την απάτη με τον Ρήγα σπαθί, φοβήθηκε μην εκτεθεί στον πρωτοσύγκελο και το πει στον Δεσπότη.
Σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε τα χέρια του και άρχισε να φωνάζει για να αποσπάσει την προσοχή του Τζόρτζιο:
«Giorgio! Καλέ μου signore! Guarda εδώ, facciμo μια grande προσευχή per την appendicite του Τσιχλή! Sanctus, sanctus, tutti quanti! ελέησον Κύριε τον δούλο σου..»
Καθώς ο Ιταλός κοίταζε πάνω, ο παπάς έκανε μια απότομη στροφή και πέταξε την άκρη από το φαρδύ, μαύρο ράσο του πάνω από το χέρι του Τζόρτζιο, εγκλωβίζοντας το κινητό σαν μαρίδα σε δίχτυ!
«Mamma mia! Aiuto!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο.
«Ο παπάς μου κάνει... sequestro! Πάει να μου κλέψει το τηλέφωνο μέσα από τα ράσα!»
Πριν προλάβει ο παπαΤάσης να τραβήξει το κινητό, η πόρτα του καφενείου άνοιξε με σκόρσο.
Στο κατώφλι στάθηκε η Άννα, με το μαντήλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι, και στα χέρια της κρατούσε αγκαλιά μια κατσικούλα που βέλαζε σαν δαιμονισμένη!
«Ακόμα εδεπά είσαι, ορπίδα μου;» άστραψε η φωνή της Άννας απευθυνόμενη στον νέο ερωτά τσης...
«Και συ, ωρέ διαολόπαπα και λοιποί χαραμοφάηδες, τι τον έχετε κάμει τον άνθρωπο; Τον ντύσατε παπαδιά;»
Το κατσίκι βρήκε ευκαιρία και ξέφυγε από τα χέρια τση Άννας, έκανε ένα σάρτο και προσγειώθηκε ίσια πάνω στο τραπέζι του κονκάν, σκορπίζοντας τα χαρτιά, τα ποτήρια και τον Ρήγα του Τσιχλή!
Η Σούνα όρμησε με την κουτάλα: «βγάλε ωρή όξω τη γίδα από το καφενείο, Μού καμες το μαγαζί μαντρί του Αρκαρή..»
«Σώπα, ρε θειά!» απάντησε η Άννα
. «Κοιτάξτε τον Ιταλό, που αντί να 'ρθει στο απόγκρεμο για το άρμεγμα, κάθεται εδεπά και σάς τραβάει βίντεο!»
Η Άννα άπλωσε την τραχιά της παλάμη και άρπαξε αστραπιαία τον Τζόρτζιο από το δεξί αυτί!
«Ahi! Madonna mia! Άννα, per favore, lasciami!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο.
«Σήκω επάνω, βενετσιάνο της πράσινης τσόχας και του εσπρεσσο!» του βρόντηξε η Άννα, σέρνοντάς τον έξω:
«Οι γίδες στο απόγκρεμο βελάζουνε κι εσύ κάθεσαι και μου τραβάς βίντεο τσου μουρλούς! Άμε, ορπίδα.. μου!»
Φτάνοντας στο απόγκρεμο, ο αέρας μύριζε άγριο θυμάρι.
Η Άννα κάθισε στη πέτρα, έδεσε τη γίδα από ένα πάσσαλο και άρχισε να του δείχνει πως αρμέγουνε,, του έδειξε μετά τον αλουμινένιο σύγκλο να συνεχίσει, να αρμέξει.
Ο Τζόρτζιο, με το αυτί κατακόκκινο, γονάτισε γεμάτος έξαψη, ισιώνοντας το λινό του παντελονάκι. Άπλωσε τα χέρια του και έπιασε τα βυζιά τση γίδας.
Η κατσικούλα όμως, με μια αστραπιαία κλωτσιά, έφερε τον σύγκλο ανάποδα !
Ένας πίδακας από ολόπαχο γάλα εκτοξεύτηκε και προσγειώθηκε ο μισός ίσια και πάνω στο στήθος και τα λινά ρούχα του Ιταλού και το υπόλοιπο στα μαλλιά τση Άννας
«Mamma mia! Santa Κατσικούλα!» ούρλιαξε ο Τζόρτζιο, φτύνοντας γάλα...
Η Άννα έσκασε στα γέλια σφουγγίζοντας με το μαντήλι τσης το γάλα απ’ τα μαλλιά τσης.
«Άντε μαζέψου, ορπίδα μου, έχεις δρόμο ακόμα, να γίνεις Βολιμιάτης».
Giorgio at Souna’s Café
Mrs. Dionysia—the famous "Souna"—was sitting at the head of the table, holding konkan playing cards. To her right, Papa-Tasis shuffled the deck with a sly look in his eye. Next to the priest sat Kostas Tsichlis, and right between Souna and Tsichlis sat Tasis Koutsis, watching the game with his jaw dropped.
The door swung open and Giorgio walked in, sweating and wearing short shorts, speaking broken Greek mixed with Venetian dialect:
“Signora... scusa, signora Souna! Per favore, un espresso... I am looking for a coffee, molto tender, to brace myself after the trail (sentiero)!”
Souna, without taking her eyes off her cards, glanced sideways at Papa-Tasis:
“Hey priest, what is this youngster (tzoveno) talking about? What the hell does he want? And I'm just about to go out... to take the pants off you guys!”
Papa-Tasis didn't utter a word. Instead, he intentionally threw a perfect card onto the table right in front of Tsichlis, giving him the chance to win and close the round.
Tsichlis grabbed the card, slammed it on the table, and stood up:
“I won (ekleisa)! See that, you crazy woman, go to hell, that's how you play..! You sat yourself down right here to strip us down! Now go make the coffee the youngster is asking for! And bring the vanilla sweet too...”The café shook from the shouting. Souna threw the deck into the air and lunged at Tsichlis:
“Go to hell, Tsichlis! As for the priest... may the one down in the valley enter inside him... that idiot! He gave you the card to win and now you're bragging?”She turned like a madwoman toward Papa-Tasis, banging her hand on the table:
“Priest! Take off the cross you wear so I can send you where you belong! You piece of garbage, you ruined my afternoon!”Papa-Tasis, gathering his beard, tried to excuse himself with a honeyed voice:
“My dear Mrs. Dionysia, scusato... I am not wearing the cross! I forgot it at home when I changed after coming back from church...”That was it. Dionysia opened her mouth and began cursing him with the finest Volimes epithets:
"Here you go, priest, you wreck! May the devil enter inside you and be walled in from the outside, by as many meters deep as Spyrilis' cliff is, so he can never get out!"
"Here you go, you idiot, who gave the card to Tsichlis so he could strip us naked!"
"Here's to your beard! May all the devils of Volimes wrap themselves in it, and may you never be able to untangle them!"
“My good signore, non ti preoccupare! Questo café is a bit... pericoloso today. Il ragazzo future doctor, my brother in Padova, writes to me about medicina, but here we facciamo konkan! Understand?”
“You too, Koutsis? Siding with the priest? Shame on your face too, for taking his side! You are all cut from the same cloth!”
“Leave the devils alone now, woman, and bring me the vanilla submarine sweet (ypovrychio) to sweeten my mouth after stripping you down!”
“I am getting up to leave, I'm not sitting here anymore to be insulted by Dionysia!”
At that exact split second, while Tsichlis was holding the glass, Koutsis—who was still half-standing—made a lightning-fast move. He reached out, snatched the spoon with the vanilla right out of Tsichlis's glass, and stuffed the whole thing into his mouth!
Tsichlis was left completely stunned. He stared at his hands, which were holding a glass of plain, murky water, with no trace of vanilla left inside.
“Heyyy!” roared Tsichlis. “You absolute wreck! May the devil enter inside you, Koutsis! You swallowed the whole thing! May that vanilla get stuck in your throat (karitsaflo), you piece of garbage, you filthy dog... May all the gypsy's devils take you and send you back to the ships so I never have to look at you again!”
“Giorgio! Guarda here! Questa is a grande... appendicite of madness! Il spoon disappeared like lightning! We are all going to suffer an infarto! Signora Souna, bring another submarine sweet per il Tsichlis, because we are going to have an... omicidio in the café!”
“Mamma mia... This is not stealing, signori. This is... magia! In Venice, thieves take purses in the dark, but this signore Koutsis took it right in the light, in front of everyone's eyes! Che velocità!”
“Serves you right, you greedy Tsichlis! Now drink the dishwater to recover! And give the spoon back, Koutsis, let's not lose the spoon too...”
“That's how the game is played, Tsichlis. First come, first served—the early bird gets the worm! Priest, isn't that right..? Deal the cards again, now that I've got a taste of something sweet!”
Souna saw it, though:
“Hey Tsichlis! You piece of garbage!” she shrieked, slamming a chair against the floor. “Are you stealing from the representative of the Almighty, you excommunicated man? Priest, look at him, he snatched your King to make up for the vanilla!”
“Santo Baruto!” he shouted in his version of "Italian". “Tsichlis, my child, this is a grande sin, blatant stealing (klepsimeto)! Give back the King or I will send you down Spyrilis' cliff without a rope!”
“No, no, signore! Questo is evidence! If I show this in Venezia, nobody will believe me! They will say it's cinema!”
“Take it easy with your little box. I was only testing to see if you were on your guard. If I really wanted to take it, I would have grabbed it and vanished over to Alexouni by now.."
Papa-Tasis, who had gathered the deck again, crossed himself: “Holy Mother, protect the foreigners who fall into their hands...”
“Signora Souna! Per favore, facciamo an espresso molto... heavy and sweet (vary glyko)! Hurry up, signora, because my mind has turned into an inner tube (samprela) from this konkan!”
“Listen to you too, youngster! The Venetian thinks he can lecture me on 'heavy and sweet'! Hey, what kind of espresso are you blabbering about here? In Volimes, coffee is brewed on hot ash (chovoli)! And if you dare call the inner tube 'espresso' again, I'll make you clean Anna's goats that have climbed up the steep cliff!”
“Yeah... but what's going to happen with my vanilla?
The one that this wreck ate up...”
“Mamma mia! Due volte! This man is not a thief... He is a magician!”
“Giorgio! My good signore! Guarda here, facciamo a grande prayer per the appendicite of Tsichlis! Sanctus, sanctus, tutti quanti! Lord have mercy on your servant...”
“Mamma mia! Aiuto!” screamed Giorgio. “The priest is performing a... sequestro on me! He's trying to steal my phone into his robes!”
Before Papa-Tasis could pull the phone away, the café door burst open with force.
“Are you still here, my hope (orpida mou)?” Anna’s voice flashed, addressing her new love interest... “And you, you devil-priest and the rest of you freeloaders, what have you done to the man? Did you dress him up like a priest's wife?”
Souna rushed in with her ladle:
“Get that goat out of the café, woman! You turned my shop into Arkaris's stable..”
Anna reached out with her rough palm and swiftly grabbed Giorgio by his right ear!
“Ahi! Madonna mia! Anna, per favore, lasciami!” Giorgio shrieked.“Get up, you Venetian of the green felt and espresso!”
“The goats on the cliff are bleating, and you're sitting here filming these lunatics! Move it, my hope (orpida mou)!”
Giorgio, his ear bright red, knelt down with excitement, straightening his linen shorts. He reached out and grabbed the goat's udders. The little goat, however, with a lightning kick, flipped the bucket upside down!
A stream of thick milk shot out, half of it landing straight on the Italian’s chest and linen clothes, and the rest in Anna’s hair.
“Mamma mia! Santa Katsikoula!” yelled Giorgio, spitting out milk...
Anna burst into laughter, wiping the milk from her hair with her headscarf.
“Come on, pull yourself together, my hope (orpida mou). You still have a long way to go before you become a true Volimiatis.”

